Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Η επιλογή της κ. Μέρκελ


Από τους Financial Times (via Euro2day)

Του Martin Wolf

«Ίσως οι ιστορικοί του μέλλοντος να θεωρήσουν το Μάαστριχτ ένα αποφασιστικό βήμα προς την ανάδυση μιας σταθερής, πανευρωπαϊκής δύναμης. Όμως, υπάρχει και μια άλλη, δυσοίωνη πιθανότητα… Η προσπάθεια ένωσης κρατών μπορεί, αντίθετα, να οδηγήσει σε τεράστια αύξηση της διαμάχης μεταξύ τους. Αν γίνει αυτό, θα έχουμε έναν κλασικό ορισμό της τραγωδίας: ύβρις, παράνοια, νέμεσις».

Ο κ. Martin Wolf έγραφε αυτές τις φράσεις για τους Financial Times σχεδόν πριν από 20 χρόνια. Σήμερα, όπως δηλώνει ο ίδιος από τη στήλη του, οι φόβοι του επαληθεύονται. Η κρίση έχει αποκαλύψει με το παραπάνω ότι ο αρχικός σχεδιασμός της ευρωζώνης ήταν ελλιπής, όπως γνώριζαν οι περισσότεροι διορατικοί αναλυτές. Αποκάλυψε επίσης με το παραπάνω τη θεμελιώδη έλλειψη εμπιστοσύνης και οπωσδήποτε την απουσία αίσθησης κοινής ταυτότητας, ανάμεσα σε ανθρώπους που ήταν εγκλωβισμένοι σε έναν γάμο από συμφέρον.


Ο κ. Wolf δεν αντιλήφθηκε το μέγεθος της αποτυχίας λόγω της παραίτησης του κ. Γιούργκεν Σταρκ από την ΕΚΤ ή της επαπειλούμενης χρεοκοπίας της Ελλάδας, ούτε λόγω του συνταγματικού δικαστηρίου της Γερμανίας. Το αντιλήφθηκε σε όλο του το εύρος έπειτα από μια επίσκεψη στη Ρώμη.

Γιατί εκεί άκουσε το εξής: «Παραδώσαμε τις παραδοσιακές μας βαλβίδες ασφαλείας του πληθωρισμού και της υποτίμησης σε αντάλλαγμα για χαμηλότερα επιτόκια, αλλά τώρα δεν έχουμε καν τα χαμηλά επιτόκια… Καλύτερα να φύγουμε, παρά να περάσουμε 30 χρόνια γεμάτα πόνο».

Η εξαιρετική δουλειά της ΕΚΤ στη συγκράτηση του πληθωρισμού, που υπερασπίστηκε πρόσφατα θερμά ο κ. Ζαν-Κλοντ Τρισέ, καλύπτει τις βαθιές ανισορροπίες εντός της ευρωζώνης και την έλλειψη μέσων ή θέλησης να επιλυθούν. Ως εκ τούτου, ένα χρεοστάσιο μεγάλης κυβέρνησης, ή η διάσπαση της ευρωζώνης, ή και τα δύο, είναι πια πράγματα που δεν θεωρούνται απίθανα.

Έτσι όπως σχεδιάστηκε, η ευρωζώνη είχε έλλειψη σε ουσιώδεις θεσμούς, εκ των οποίων οι πιο σημαντικοί είναι μια κεντρική τράπεζα που να θέλει και να μπορεί να λειτουργεί ως δανειστής έσχατης ανάγκης για όλες τις σημαντικές αγορές, ένα ταμείο διασώσεων αρκετά μεγάλο ώστε να διασφαλίζει ρευστότητα στις κρατικές αγορές ομολόγων και μια αποτελεσματική μέθοδος διαχείρισης ενός εσωτερικού δικτύου κρατικών καταρρεύσεων και τραπεζικών κρίσεων.

Ελλείψει τέτοιων δυνατών θεσμών, οι συμπεριφορές και οι στρατηγικές των κρατών του κεντρικού άξονα έχουν γίνει κρίσιμης σημασίας.

«Όπως και όλος ο κόσμος», γράφει ο κ. Wolf, «θαυμάζω την πολιτική και οικονομική ανοικοδόμηση της Γερμανίας μετά τον πόλεμο και ξανά μετά την ενοποίηση, τη δέσμευση στην οικονομική σταθερότητα και τις πρώτης τάξεως βιομηχανικές εξαγωγές. Δυστυχώς, όμως, αυτά δεν επαρκούν. Οι Γερμανοί ρυθμιστές επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο μέσα από τον φακό μιας σχετικά μικρής, ανοιχτής και πολύ ανταγωνιστικής οικονομίας. Όμως, η ευρωζώνη δεν είναι μικρή, ανοιχτή οικονομία. Είναι μεγάλη και σχετικά κλειστή οικονομία.

Οι χώρες του κεντρικού άξονα μιας τέτοιας ένωσης πρέπει είτε να προσφέρουν μια δραστήρια αγορά για τις λιγότερο αξιόπιστες χώρες, όταν οι τελευταίες έχουν προβλήματα ελλειμμάτων, είτε να τις χρηματοδοτούν. Αν δεν μπορεί ο ιδιωτικός κλάδος, πρέπει να το κάνει ο κρατικός. Αλλιώς, θα ακολουθήσουν κύματα χρεοστασίων στον ιδιωτικό και κρατικό τομέα, που είναι βέβαιο ότι θα πλήξουν τον χρηματοπιστωτικό κλάδο και τις εξαγωγές και στις χώρες του άξονα».

Το γεγονός ότι οι Γερμανοί ηγέτες έχουν αποτύχει να εξηγήσουν αυτά τα στοιχεία στους ψηφοφόρους τους καθιστά αδύνατη την επίλυση της κρίσης. Αντίθετα, συντηρεί τη φαντασίωση ότι όλοι μπορούν να είναι δανειστές, ταυτόχρονα. Μια μικρή χώρα, όπως η Λετονία και η Ιρλανδία, μπορεί ίσως να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της μέσω αποπληθωρισμού, αλλά για μια μεγάλη, όπως η Ιταλία, είναι πολύ επίπονο να το σκεφτεί κανείς. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, μπορεί να ζητά τέτοια λιτότητα, αλλά είναι ανέφικτο.

Σήμερα, η πυρκαγιά που μαίνεται ανεξέλεγκτα πρέπει να σβήσει. Και μόνο τότε μπορούν να γίνουν προσπάθειες για την πυροπροστασία της ευρωζώνης.

Η λιγότερο κακή επιλογή, κατά τον κ. Wolf, είναι να διασφαλίσει η ΕΚΤ ρευστότητα για τις προβληματικές κυβερνήσεις και τράπεζες, χωρίς όριο. Δεν θα πρέπει, μάλιστα, να είναι δύσκολο να στοιχειοθετηθεί θεωρητικά κάτι τέτοιο, με το επιχείρημα ότι οι αγορές ομολόγων συνάδουν με τη νομισματική σταθερότητα, αφού ο ευρύτερος δείκτης προσφοράς χρήματος αναπτύσσεται μόνο 2% τον χρόνο.

Σίγουρα θα είναι βέβαια πολιτικά δύσκολο, ειδικά για τον επερχόμενο νέο διοικητή της ΕΚΤ, κ. Μάριο Ντράγκι. Είναι όμως αυτό που πρέπει να γίνει, δεδομένου ότι το ταμείο διασώσεων EFSF δεν έχει επαρκές μέγεθος για να βοηθήσει μεγαλύτερες χώρες με προβλήματα. Οι πολιτικοί θα πρέπει να τολμήσουν να υποστηρίξουν μια τέτοια κίνηση.

Τι χρειάζεται να γίνει αν η γερμανική κυβέρνηση αποφασίσει να μη στηρίξει τέτοιο τολμηρό βήμα; Η ΕΚΤ θα πρέπει να προχωρήσει έτσι κι αλλιώς, αντί να αφήσει να μεγαλώσει η χιονοστιβάδα. Και τότε θα είναι η Γερμανία που θα πρέπει να αποφασίσει αν θα φύγει, ίσως μαζί με την Αυστρία, την Ολλανδία και τη Φινλανδία.

Ο γερμανικός λαός θα πρέπει να ενημερωθεί ότι το αποτέλεσμα θα είναι, μεταξύ άλλων, εκτίναξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας, μαζική συρρίκνωση της κερδοφορίας των γερμανικών εξαγωγών, τεράστιο χρηματοπιστωτικό σοκ και κάθετη πτώση του ΑΕΠ. Εκτός από την αποτυχία των προσπαθειών δύο γενεών να χτίσουν ένα δυνατό ευρωπαϊκό πλαίσιο γύρω από τη Γερμανία τους.

Η Γερμανία επιβάλλει βέτο στις προσπάθειες διεύρυνσης της επίσημης δημοσιονομικής στήριξης. Όμως, χάνει τον έλεγχο επί της κεντρικής τράπεζας. Σε μια τόσο άγρια κρίση για την Ευρώπη και τον πλανήτη, ο μόνος ευρωπαϊκός θεσμός που έχει τη δυνατότητα να δράσει με την απαραίτητη κλίμακα θα πρέπει να τολμήσει να το κάνει, αφού το κόστος του να μην το κάνει θα αποδειχτεί πιο καταστροφικό. Θα προκληθεί πολιτική κρίση, αλλά θα είναι καλύτερη από την οικονομική κρίση που θα προκληθεί αν δεν γίνει η προσπάθεια.

Τελικά, η Γερμανία έχει να επιλέξει ανάμεσα σε μια ευρωζώνη ενοχλητικά διαφορετική από τη μεγαλύτερη Γερμανία που περίμενε ή σε καθόλου ευρωζώνη.

«Καταλαβαίνω», καταλήγει ο κ. Wolf, «πόσο απαίσιο πρέπει να είναι για τους ηγέτες και τον λαό να υποχρεώνονται να κάνουν αυτήν την επιλογή. Πρέπει όμως να την κάνουν. Η καγκελάριος κ. Άνγκελα Μέρκελ οφείλει να τολμήσει να κάνει αυτήν την επιλογή, ανοιχτά και καθαρά».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget