Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Δεν διακόπτουν το πείραμα για παραδειγματισμό


Από την Αυγή

Της Κάκης Μπαλή

«Θα σχηματιστεί κυβέρνηση;». «Θα φύγετε από το ευρώ;». «Θα βυθιστεί η χώρα στο χάος;». «Θα γίνει πραξικόπημα;». Αυτές είναι οι συχνότερες ερωτήσεις που θέτουν μετά τις εκλογές οι ξένοι δημοσιογράφοι, μαζί με το «φοβάστε;». Και πάνω σ' αυτό τον καμβά γράφουν τα άρθρα και τις αναλύσεις τους, το κακό, το χειρότερο και το καταστροφικό σενάριο.

Πάλι η Ελλάδα είναι το πρώτο θέμα, πάλι ξεκίνησε η σπέκουλα για την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη και το αν θα οδηγήσει στη διάλυσή της – και της χώρας και της Ευρωζώνης –, πάλι το κλίμα είναι αρνητικό. Ίσως πιο αρνητικό από κάθε άλλη φορά. Και οι πιέσεις στην Αθήνα για τον σχηματισμό κυβέρνησης και δη κυβέρνησης που θα τηρήσει στοιχειωδώς τα συμφωνηθέντα γίνονται, κάθε μέρα που περνάει, και πιο ασφυκτικές.


Να σημειωθεί ότι για πολλές χώρες αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα είναι ακατανόητο, καθώς έχουν συνηθίσει σε κυβερνήσεις συνασπισμού, με τα κόμματα που τις αποτελούν να προχωρούν σε εκατέρωθεν συμβιβασμούς, ενίοτε πολύ δύσκολους να επιτευχθούν.

Η πιο... χειροπιαστή πίεση που ασκήθηκε μέχρι στιγμής στην Αθήνα ήταν η απόφαση του προσωρινού μηχανισμού στήριξης EFSF να εκταμιεύσει την Πέμπτη «ψαλιδισμένη» τη δόση του νέου δανείου. Κάποιες χώρες, μάλιστα, θα προτιμούσαν να μην εκταμιευτεί ούτε ένα ευρώ, στο τέλος όμως πρυτάνευσε η άποψη να εκταμιευτούν τα χρήματα εκείνα που απαιτούνται για την αποπληρωμή ομολόγων που λήγουν εντός της εβδομάδας, ώστε να μη γίνει κανένα πατατράκ.

Η απόφαση να καταβληθεί «ψαλιδισμένη» κατά το ένα πέμπτο η δόση ήταν η έμπρακτη διάψευση των δηλώσεων του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε – και άλλων πολλών – ότι η Ευρώπη τηρεί τις δεσμεύσεις της και αναμένει το ίδιο και από την Ελλάδα.

Αν και υπάρχουν πολλές φωνές στην Ευρώπη, ακόμη και στη Γερμανία, που θεωρούν ότι το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής είναι «δηλητήριο» για την ελληνική οικονομία, κανείς δεν θέλει να ξεκινήσει νέες διαπραγματεύσεις από το μηδέν. Και κυρίως θέλει να ξέρει με ποιον θα διαπραγματευτεί. Μπακάλικα, η εκδοχή της ακυβερνησίας είναι πιο τρομακτική ακόμη και για τη Μέρκελ από την εκδοχή μιας κυβέρνησης της Αριστεράς.


Ανάπτυξης το ανάγνωσμα

Ωστόσο, ακριβώς όπως στην Ελλάδα δεν γίνεται συζήτηση επί της ουσίας για το ποια χώρα θέλουμε, με ποια παραγωγική δομή, με ποιες προτεραιότητες και με ποιους πόρους, έτσι ακριβώς δεν γίνεται ουσιαστική συζήτηση για το πού οδεύουμε και στην Ευρώπη.

Σε μια Ευρώπη που προσπαθεί να «χωνέψει» τα αποτελέσματα των γαλλικών εκλογών – με αιχμή το τέλος της λιτότητας –, το γκρέμισμα των ισπανικών τραπεζών, τις αυξανόμενες εντάσεις στην ιταλική κοινωνία – εξαιτίας και της λιτότητας –, τη διαφαινόμενη αποτυχία της Ισπανίας και της Γαλλίας να πετύχουν τους δημοσιονομικούς στόχους και άλλα πολλά.

Και περιμένει, παράλληλα, το αποτέλεσμα των σημερινών εκλογών στο μεγαλύτερο κρατίδιο της Γερμανίας – με κεντρικό σύνθημα τι θα γίνει με το χρέος –, το αποτέλεσμα του ιρλανδικού δημοψηφίσματος για το Δημοσιονομικό Σύμφωνο τον Ιούνιο, το αποτέλεσμα των ολλανδικών εκλογών τον Σεπτέμβριο και όλα τα μη αναμενόμενα που μπορεί να προκύψουν σ’ αυτή την κρίση, η οποία σαρώνει κυβερνήσεις από τη μία άκρη της Γηραιάς Ηπείρου στην άλλη.

Η συζήτηση που ξεκίνησε τώρα για την ανάπτυξη – ως θέμα σε σύνοδο κορυφής είχε τεθεί από την αρχή της χρονιάς – γίνεται μετ’ εμποδίων και με την ανάγκη λεξικού:

● Αναδιαπραγμάτευση του Δημοσιονομικού Συμφώνου ή εμπλουτισμός του;

● Αναπτυξιακό Σύμφωνο ή ένας πυλώνας ως παράρτημα στο Δημοσιονομικό;

Το καίριο ερώτημα, «αναπτυξιακά προγράμματα με νέο δανεισμό ή όχι», επισήμως δεν τίθεται από πουθενά. Μόνο απάντηση δίνεται και δη κατηγορηματικά αρνητική από τα γερμανικά χείλη.

Όλοι προσπαθούν ακόμη να κρατήσουν τις υφιστάμενες ισορροπίες, μέχρι να περάσουν και οι βουλευτικές εκλογές στη Γαλλία τον ερχόμενο μήνα και να αρχίσει να διαμορφώνεται μια νέα ισορροπία στον γαλλογερμανικό άξονα. Και όλοι θεωρούν λίγο πολύ δεδομένο ότι η δρακόντεια λιτότητα γερμανικής εμπνεύσεως θα χαλαρώσει.

Αλλά με τέτοιον τρόπο που να μπορούν να τον υποστηρίξουν στο εσωτερικό των χωρών τους οι ηγέτες που εγγυώνται με το τριπλό Α της οικονομίας τους τη χρηματοδότηση των μηχανισμών στήριξης.

Ένα παράδειγμα για το πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο έδωσε τις προάλλες ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Μόντι – που θεωρείται αυτή τη στιγμή ο στενότερος σύμμαχος της Μέρκελ: Ο Μόντι πρότεινε να εξαιρεθούν για τρία χρόνια οι δημόσιες επενδύσεις από τον κορσέ των δημοσιονομικών στόχων για να αναθερμανθεί η οικονομία. Γερμανική αντίδραση στην πρόταση Μόντι – ο οποίος μάλιστα ετοιμάζει μια «συμμαχία των προθύμων» για την ανάπτυξη – δεν υπήρξε, ωστόσο είναι κάτι που το Βερολίνο θα μπορούσε να αποδεχτεί.

Βέβαια, η Μέρκελ, μιλώντας την Πέμπτη στο γερμανικό κοινοβούλιο, εν όψει της συνόδου κορυφής των G8 στο τέλος της εβδομάδας, επανέλαβε ότι «η ανάπτυξη με δανεικά θα μας οδηγήσει πίσω στην αρχή αυτής της κρίσης, γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται να ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι ούτε και θα το κάνουμε».

Ωστόσο, και η Μέρκελ θα βάλει νερό στο κρασί της, καθώς η γερμανική Βουλή δεν έχει επικυρώσει ακόμη το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, το οποίο θα χρειαστεί πλειοψηφία δύο τρίτων, άρα τη συναίνεση της σοσιαλδημοκρατικής αντιπολίτευσης, που σε μεγάλο βαθμό κινείται στη λογική του νέου Γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ.

Για την Ελλάδα, πάντως, η συζήτηση αυτή είναι βασανιστικά αργή – όπως βασανιστικά αργές ήταν και οι διαπραγματεύσεις για τα πακέτα διάσωσης. Η χώρα είναι για πέμπτη χρονιά σε ύφεση και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν το 2013 θα έχει μηδενική ανάπτυξη, στην καλύτερη περίπτωση.


Η απειλή του εξοστρακισμού

Στο μεταξύ, από το βράδυ των εκλογών, είναι και πάλι στο τραπέζι (;) το θέμα της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Από τις δηλώσεις όλων των ξένων πρωταγωνιστών στη διαχείριση της «ελληνικής τραγωδίας» δεν προκύπτει η επιθυμία για κάτι τέτοιο, αντιθέτως δηλώνουν σε όλους τους τόνους ότι θέλουν την Ελλάδα στην Ευρωζώνη, αρκεί να το θέλει κι αυτή – εννοώντας, βέβαια, ότι αρκεί να τηρήσει το Μνημόνιο που την έχει γονατίσει.

Η επιθυμία τους για παραμονή της Ελλάδας στη νομισματική ένωση είναι ειλικρινής.

● Δεν θέλουν να μπει η Ευρωζώνη σε μια μεγάλη περιπέτεια, να στείλει το μήνυμα ότι δεν μπορεί να κρατήσει ένα μέλος της, ότι δεν είναι σε θέση να διασώσει ούτε τη μικρή Ελλάδα, μόλις το 2,5% της οικονομίας της.

● Δεν θέλουν να σπάσει το ταμπού – στη συνθήκη δεν υπάρχει ρήτρα εξόδου από το κλαμπ – και ενδεχομένως να υπάρξει συνέχεια.

● Δεν θέλουν να ζήσουν και τον νομικό εφιάλτη μιας τέτοιας εξόδου, πέρα από τις ανυπολόγιστες οικονομικές επιπτώσεις.

Ωστόσο, σε αντίθεση με το 2010, δεν είναι πλέον τόσο κατηγορηματικοί. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στο ερώτημα εάν η Ευρωζώνη μπορεί να αντέξει την έξοδο της Ελλάδας:

«Η Ευρώπη δεν βυθίζεται τόσο εύκολα... Τα τελευταία δύο χρόνια μάθαμε πολλά και φτιάξαμε μηχανισμούς προστασίας. Οι κίνδυνοι μετάδοσης σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης μειώθηκαν και συνολικά η Ευρωζώνη έγινε πιο ανθεκτική. Η κρίση ανέδειξε και κάτι άλλο: όταν πρέπει να δράσουμε γρήγορα, μπορεί η Ευρώπη να αντιδράσει αστραπιαία. Η εντύπωση ότι δεν είμαστε σε θέση να αντιδράσουμε αμέσως σε κάτι αναπάντεχο είναι λανθασμένη».

Την άποψη του Σόιμπλε δεν τη συμμερίζονται όλοι. Ο επικεφαλής του EFSF, για παράδειγμα, επίσης Γερμανός, Κλάους Ρέγκλινγκ δηλώνει ότι μια έξοδος της Ελλάδας θα ήταν «καταστροφική» – και για την Ελλάδα και για την Ευρωζώνη. Το βέβαιο είναι ότι καμία απόφαση δεν έχει ληφθεί – κι ότι κανείς δεν βιάζεται να δοκιμάσει κατά πόσο θα λειτουργήσουν τα σχέδια Β, Γ, ή Δ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget