Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Αγοράζοντας κονσέρβες στη ζούλα...


Από topontiki.gr (απ' όπου και το σκίτσο του Soloup)

Του Αλέξανδρου Μερκούριου

Μπορεί να μην είμαι καλός ρεπόρτερ, αλλά σας μεταφέρω μερικές εικόνες όχι από τα πράγματα που θα έρθουν, αλλά από αυτά που ήδη ζούμε...

Προχθές το απόγευμα βρισκόμουν σε ένα σούπερ μάρκετ των βορείων προαστίων. Δεν ήταν από τα delicatessen όπου ψωνίζουν οι Φιλιππινέζες για τα αφεντικά, αλλά από αυτά που φυσιολογικοί άνθρωποι κάνουν τις αγορές τους για τους εαυτούς τους.


Η ώρα ήταν τέτοια, που το μαγαζί δεν είχε γεμίσει από τις ορδές των πολυεθνικάριων ή των «στελεχών» του ιδιωτικού τομέα, που ψωνίζουν στο κλείσιμο μεταξύ οκτώ και εννέα. Άρα, το πελατολόγιο αποτελείτο από ανθρώπους του δημοσίου, συνταξιούχους και άτομα με φυσιολογικές δουλειές.


Αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ότι όλοι οι πελάτες πέρναγαν από τα ράφια με τις κονσέρβες. Με γρήγορες κινήσεις πέταγαν στα καρότσια αγαθά που τα τελευταία δέκα χρόνια οι περισσότεροι Έλληνες ούτε που πλησίαζαν.

Κορν μπιφ, καλαμάρια Καλιφόρνια, σαρδέλες Λούκας, και άλλα... απίθανα, τα οποία θυμούνται μόνο όσοι έχουν κλείσει τα 40 και βάλε. Ήταν η εποχή αυτών που μεγάλωναν με ζαχαρούχο γάλα Βλάχας, ενώ όσοι είχαν λεφτά αγόραζαν το ελβετικό γάλα μακράς διαρκείας στο τρίγωνο χάρτινο κουτί.

Οι περισσότεροι δεν κοιτούσαν γύρω τους όταν έβαζαν στα ψώνια τις κονσέρβες. Την ακρίβεια κοιτούσαν χαμηλά. Δεν ήθελαν οι υπόλοιποι να καταλάβουν ότι στοκάριζαν φαγητό φοβούμενοι το «ελληνικό ατύχημα». Είναι και αυτό μια ψυχολογική άσκηση. Μια προσπάθεια να μη γίνει ο φόβος μεταδοτικός.

Όμως τα ίδια τα (υπόλοιπα) ψώνια τους τούς πρόδιδαν. Όπως και τους υπόλοιπους. Συσκευασίες ελαιολάδου των 5 ή 10 λίτρων, μακαρόνια, ρύζια, αλεύρι και ζάχαρη. Τι περισσότερο να δει κανείς για να καταλάβει ότι πια στην ελληνική κοινωνία επικρατεί η αγωνία για την επόμενη ημέρα.

Την επόμενη ημέρα απλά πείστηκα. Σε ένα υποκατάστημα τράπεζας, επίσης στα βόρεια προάστια, ένα κοριτσάκι 19 ετών, το πολύ ζήτησε μια ανάληψη της τάξης των 1.500 ευρώ.

Η κουρασμένη υπάλληλος, που πιθανότατα είχε διώξει από το ταμείο της καμιά πεντακοσαριά χιλιάδες ευρώ, την ίδια ημέρα, και κάπου τρία τέσσερα εκατομμύρια από τις προηγούμενες εκλογές, έκανε απλά ότι της έχουν ζητήσει οι διευθυντές της. Προσπάθησε να αποφύγει την ανάληψη, λέγοντας στο κορίτσι να περάσει... αύριο.

Για να αποφύγω την ίδια κουβέντα άφησα την ουρά και βγήκα έξω στο ΑΤΜ. Πάτησα μια ανάληψη 1.000 ευρώ, και ω του θαύματος, λεφτά υπήρχαν. Μόνο που αντί για τα 20ευρα που έδινε χρόνια τώρα το συγκεκριμένο κατάστημα από το μηχάνημα βγήκαν 100ευρα. Σαν να λέμε, πάρε κόσμε, τώρα, για να μην μας πεις ότι δεν έχουμε χρήμα...

Κι από τη Δευτέρα βλέπουμε...

1 σχόλιο:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget