Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Τραπεζικά τέρατα


Από Το Ποντίκι 1.9.2011

Του Δημήτρη Καζάκη
οικονομολόγου - αναλυτή

Τα πανηγύρια αυτές τις ημέρες στην Ελλάδα κρατάνε το πολύ ένα 24ωρο. Ιδίως τα στημένα. Τόσο κράτησε και το νέο πανηγύρι για τον «γάμο» των τραπεζών Alpha - Eurobank. Οι ευχές, τα μπράβο και τα ζήτω έπεσαν βροχή. Από επίσημους και ανεπίσημους. Κι όλα αυτά γιατί; Μα για να κρύψουν την αλήθεια. Όταν δυο αντίπαλες μέχρι χθες φαμίλιες που καταδυναστεύουν τον πληθυσμό μιας περιοχής αποφασίζουν ξαφνικά να συνενωθούν, αυτό δεν είναι ποτέ για καλό.


Αν κάτι θετικό μάς προσέφερε αυτός ο «γάμος» είναι η διαπίστωση του πόσο βαθιά στην πολιτική έχει εισχωρήσει η διαπλοκή και η ταύτιση με τα τραπεζικά συμφέροντα. Όχι μόνο η κυβέρνηση και τα κόμματα κυβερνητικής εναλλαγής, αλλά και τα υπόλοιπα, από τον ΛΑΟΣ έως τη Δημοκρατική Αριστερά και φυσικά τη Δημοκρατική Συμμαχία της οικογένειας Μητσοτάκη, χειροκρότησαν την πράξη των τραπεζιτών.


Μόνο το ΚΚΕ και ο ΣΥΝ αποστασιοποιήθηκαν. Όλοι οι άλλοι «πατέρες του έθνους» συνωστίζονται στα σαλόνια των τραπεζιτών για να κερδίσουν την εύνοιά τους. Όπως τα παλιά χρόνια έκαναν οι ευνούχοι στις αυλές των αρχόντων. Κι ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.


Αντιστροφή δόγματος

Αν θυμάστε, η παγκόσμια κρίση ξέσπασε γιατί οι επικυρίαρχοι της οικονομίας και της πολιτικής αποφάσισαν ότι όσο μεγαλύτερες και πιο τερατώδεις γίνουν οι τράπεζες τόσο το καλύτερο για την οικονομία. Πρόκειται για το δόγμα του «toο big to fail» (πολύ μεγάλη για να αποτύχει), δηλαδή όσο πιο μεγάλη είναι μια τράπεζα τόσο πιο δύσκολα αποτυγχάνει, τόσο πιο μεγάλη είναι η συμβολή της στην οικονομική ανάπτυξη. Έτσι, ειδικά στην ευρωζώνη δημιουργήθηκαν τράπεζες - τέρατα με ενεργητικά πολύ μεγαλύτερα από το ΑΕΠ των χωρών τους.

♦ Στη Γερμανία, π.χ., τα τραπεζικά ενεργητικά υπερβαίνουν το 200% του ΑΕΠ της.

♦ Στη Γαλλία το 300% και στη Βρετανία πάνω από 500%.

Μόνο οι ΗΠΑ κράτησαν τα ενεργητικά των τραπεζών τους μόλις στο 50% του ΑΕΠ τους και έτσι, παρά το γεγονός ότι η παγκόσμια κρίση ξεκίνησε από εκεί, έχει πλέον μετατρέψει σε επίκεντρό της την ευρωζώνη. Το γεγονός ότι στην ευρωζώνη συγκεντρώνονται οι μεγαλύτερες τράπεζες - τέρατα παγκοσμίως δεν είναι καθόλου άσχετο με την κατάσταση αδιεξόδου που βιώνει.

Ο Λορέντζο Μπίνι Σμάγκι της κεντρικής διοίκησης της ΕΚΤ, σε μια ομιλία του στο Κιότο, στις 15 Απριλίου 2010, μίλησε για την τερατώδη ανάπτυξη των τραπεζών ως εξής:

«Ενώ βρίσκονταν (τα τραπεζικά ενεργητικά της Βρετανίας) γύρω στο 50% του ΑΕΠ έως τη δεκαετία του '70, αυξήθηκαν στο 300% έως το 2000 και στο 550% έως το 2007. Ενώ μέρος αυτής της ανάπτυξης είναι μια φυσική συνέπεια του να είσαι διεθνές χρηματοπιστωτικό κέντρο, είναι δύσκολο να δικαιολογήσει κανείς μια τόσο δραματική επέκταση απλώς και μόνο με αναφορά στην αυξανόμενη σημασία της χρηματοπιστωτικής ως εργαλείου για να τροφοδοτήσει την επέκταση.

Επιπροσθέτως η έκρηξη μεγέθους του χρηματοπιστωτικού τομέα έθεσε σοβαρά προβλήματα για τις εποπτικές αρχές στον απόηχο της χρηματοοικονομικής κρίσης, όταν κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τις συστηματικές επιπτώσεις των πολύ μεγάλων, ατομικών τραπεζών.

Για παράδειγμα, το 2007 οι υποχρεώσεις της Barclays ξεπέρασαν το ΑΕΠ της Βρετανίας, οι υποχρεώσεις της Deutsche Bank ήταν στο 80% του γερμανικού ΑΕΠ, ενώ οι υποχρεώσεις της Fortis ήταν αρκετές φορές μεγαλύτερες από το ΑΕΠ της χώρας καταγωγής της, του Βελγίου. Όπως ορισμένοι παρατηρητές μάλλον προκλητικά παρατήρησαν, τέτοια πιστωτικά ιδρύματα μπορεί να μην είναι απλώς "πολύ μεγάλα για να αποτύχουν", αλλά στην πραγματικότητα "πολύ μεγάλα για να υπάρχουν"».

Αυτό που σημείωνε ο κεντρικός τραπεζίτης της ΕΚΤ δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι η τερατώδης επέκταση των τραπεζικών εργασιών και των ίδιων των τραπεζών αποτελεί μια από τις βασικές συστημικές αιτίες της παγκόσμιας κρίσης, αλλά και κάτι άλλο, ακόμη πιο σοβαρό.

Το μέγεθος και η οικονομική επιφάνεια αυτών των τραπεζικών κολοσσών κάνει εξαιρετικά δύσκολη την όποια εποπτεία ή ρύθμιση του κλάδου. Κι αυτό γιατί πολύ απλά οι τράπεζες και οι τραπεζίτες έχουν συγκεντρώσει τέτοια οικονομική δύναμη στα χέρια τους, που τους επιτρέπει όχι μόνο να παρεμβαίνουν, αλλά να πιέζουν και να εκβιάζουν ακόμη και τα μεγαλύτερα κράτη.

Με λίγα λόγια, οι τράπεζες έχουν γίνει πιο ισχυρές από οποιαδήποτε εποπτική ή ρυθμιστική αρχή σε εθνικό ή ακόμη και σε διεθνές επίπεδο. Αυτή ήταν η αγωνία του. Διότι, με δεδομένο το βάθος, τον χαρακτήρα και τη διάρκεια της κρίσης, δεν μπορεί να παρθεί κανένα διορθωτικό μέτρο που έστω κατ’ ελάχιστα θίγει τους τραπεζικούς κολοσσούς.


«Κουρέψτε τους...»

Σε πολλές χώρες έγιναν και συνεχίζονται συζητήσεις για κατάτμηση των τραπεζών, για επιβολή μέτρων κατακερματισμού των τραπεζικών κολοσσών. Τέτοια συζήτηση γίνεται αυτή τη στιγμή στη Βρετανία, όπου πρωτοστατεί η κρατική κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας και η Ρυθμιστική Αρχή του Πιστωτικού Συστήματος, ένας τυπικά πανίσχυρος εποπτικός οργανισμός που δυστυχώς αποδείχτηκε πολύ μικρός για να «κουρέψει» το Citi του Λονδίνου.

Αντί λοιπόν να επιβληθεί συρρίκνωση των μεγάλων τραπεζών και δραστικός περιορισμός της οικονομικής τους επιφάνειας, μπας και μπορέσει να ανασάνει η οικονομία από την ασφυξία που προκαλούν τα τεράστια τραπεζικά ενεργητικά και υποχρεώσεις, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Σε μελέτη του ΔΝΤ, που δημοσιοποίησε η Deutsche Welle (24.3.11), οι ειδικοί του αποφαίνονται ότι οι τράπεζες, αντί να μικρύνουν εν μέσω της κρίσης, μεγάλωσαν ακόμη περισσότερο και απειλούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

«Από την απαρχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης οι τράπεζες έχουν γίνει ακόμη μεγαλύτερες, περισσότερο διασυνδεμένες και πολύ πιο δύσκολες στο να τις ρυθμίσεις», σύμφωνα με το ΔΝΤ. «Το γεγονός αυτό θέτει το χρηματοπιστωτικό σύστημα σε κίνδυνο μιας νέας κατάρρευσης». Ο κίνδυνος αυτός φάνηκε να υλοποιείται τις προηγούμενες εβδομάδες, όταν οι τραπεζικές μετοχές έχασαν περίπου το 30% της αξίας τους στις χρηματιστικές αγορές διεθνώς.


Εξάρτηση από το κράτος

Με όλα αυτά τα δεδομένα οι κυβερνήτες στην Ελλάδα και οι εντιμότατοι πολιτικοί μας χειροκρότησαν τη δημιουργία ενός νέου τραπεζικού ομίλου, ο οποίος από μόνος του έχει υποχρεώσεις που υπερβαίνουν το 65% του ΑΕΠ της χώρας. Εύγε! Βέβαια η συγκεκριμένη συγχώνευση ήταν προϊόν μέγιστης και επιτακτικής ανάγκης.

Μιλάμε για δυο τράπεζες οι οποίες εδώ και καιρό επιβιώνουν στο «κόκκινο», κυρίως από τις επιδοτήσεις του κράτους και τις ενέσεις ρευστότητας από την ΕΚΤ. Η καθεμιά τους έχει αντλήσει από το κράτος πάνω από 950 εκατ. ευρώ σε ρευστό, το οποίο αδυνατεί να επιστρέψει. Περίπου σε 20 δισ. ευρώ υπολογίζονται οι εγγυητικές επιστολές του Δημοσίου που έχουν αξιοποιήσει οι συγκεκριμένες τράπεζες για να ενισχύσουν κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα.

Επιπλέον η ανακοίνωση της Alpha σχετικά με τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2011 αναφέρει χαρακτηριστικά: «Δεδομένων των δυσμενών συνθηκών που επικρατούν στην ελληνική αγορά καταθέσεων, καθώς επίσης και στα δημόσια οικονομικά του κράτους, αυξήσαμε το επίπεδο χρηματοδοτήσεώς μας από την ΕΚΤ κατά ευρώ 3,4 δισ. από το τέλος Μαρτίου 2011 σε ευρώ 16,9 δισ.».

Με άλλα λόγια, μόνο το τελευταίο τρίμηνο η συγκεκριμένη τράπεζα χρειάστηκε πρόσθετη ενίσχυση ρευστότητας της τάξης των 3,4 δισ. ευρώ, φτάνοντας το συνολικό ποσό της άντλησης ρευστότητας από την ΕΚΤ στο ύψος των 17 δισ. ευρώ περίπου.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η άντληση ρευστότητας δεν είναι τζάμπα χρήμα, αλλά μορφή κυρίως βραχυπρόθεσμου δανεισμού από την ΕΚΤ με χαμηλό επιτόκιο. Με άλλα λόγια, η τράπεζα που αντλεί ρευστότητα θα πρέπει κάποια στιγμή πολύ σύντομα να τα επιστρέψει στην ΕΚΤ. Πού θα τα βρει να τα επιστρέψει; Εκτός κι αν το Δημόσιο αναλάβει να πληρώσει, μιας και μεγάλο μέρος αυτής της ρευστότητας αντλήθηκε με εγγύηση του Δημοσίου.

Αντίστοιχη κατάσταση υπάρχει και με την Eurobank, η οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι μία από τις οκτώ ευρωπαϊκές τράπεζες που απέτυχαν στα τελευταία stress tests.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η Eurobank είναι ίσως η χειρότερη τράπεζα από άποψη τραπεζικής δεοντολογίας και αντιμετώπισης των πελατών της. Είναι η μόνη τράπεζα που εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να μην αναγνωρίζει και να μην συμμορφώνεται με τον νόμο για τα πανωτόκια (3259/2004), ενώ οι καταχρηστικές πρακτικές της με «ψιλά γράμματα» στις συμβάσεις της, με παράνομες χρεώσεις και πειρατικές ενέργειες εις βάρος πελατών της, έχουν υπερβεί κάθε προηγούμενο.


Πέντε λόγοι για την τραπεζική συγχώνευση

Βέβαια, κάποιος με στοιχειώδη κοινή λογική θα αναρωτιόταν: Πώς γίνεται τράπεζες με πάνω από 18 δισ. ευρώ κρατική ενίσχυση και ενέσεις ρευστότητας από την ΕΚΤ η καθεμιά τους να εμφανίζουν λειτουργικά κέρδη; Πώς γίνεται με τέτοια εξάρτηση από εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης να εμφανίζουν κεφαλαιακή επάρκεια;

Όμως όλα αυτά δεν μετρούν στο ελάχιστο και έτσι οι ευνούχοι της πολιτικής και της δημοσιογραφίας βγήκαν για να γιορτάσουν έναν τραπεζικό «γάμο» που γίνεται για τους εξής βασικούς λόγους:

♦ Πρώτον: Για να ενισχύσει την ολιγοπωλιακή σύνθεση ενός τραπεζικού τομέα, ο οποίος ήδη πάσχει σοβαρά από έναν από τους υψηλότερους δείκτες μονοπωλιακής συγκέντρωσης στην Ευρώπη. Σ’ έναν τραπεζικό τομέα που λειτουργεί εδώ και χρόνια με «συμφωνίες κυρίων», με πρακτικές καρτέλ και τραστ, προστίθεται ένα ακόμη τραπεζικό μονοπώλιο.

Δεύτερον: Για να εμφανίσει ότι ενισχύονται κεφαλαιακά ώστε να κάνουν πιο εύκολη την άντληση ρευστότητας, από την οποία εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά και οι δυο τράπεζες. Μόνο που η βελτίωση της εικόνας είναι μόνο λογιστική, καθότι η κεφαλαιακή ενίσχυση δεν θα γίνει με ρευστό, αλλά κυρίως με τραπεζικούς τίτλους και ανταλλαγές μετοχών.

Τρίτον: Για να επενδύσουν οι μεγαλομέτοχοι στη δημιουργία τεχνητών προσδοκιών στο χρηματιστήριο, ώστε να κερδοσκοπήσουν με την πλασματική άνοδο των τραπεζικών μετοχών. Η συγχώνευση επιδιώκει να δημιουργήσει μια νέα, έστω πρόσκαιρη, χρηματιστική φούσκα για να κερδοσκοπήσουν οι γνωστοί ημέτεροι. Πρόκειται για τη γνωστή τακτική «άρπαξε όσα μπορείς και τρέχα», που σημειώνεται πάντα τις παραμονές μεγάλων καταρρεύσεων.

Τέταρτον: Για να εξασφαλίσει μεγαλύτερες επιδοτήσεις από το κράτος και χαριστικές παροχές εκβιάζοντας με το μέγεθος του τραπεζικού ομίλου, αλλά και με το επιχείρημα ότι τυχόν κατάρρευσή του θα συμπαρασύρει και την οικονομία.

Πέμπτον: Για να ενισχυθεί η κερδοσκοπική εξάρτηση από το εξωτερικό με τη συμμετοχή του Κατάρ, το οποίο συμβάλει ασήμαντα στην κεφαλαιακή επάρκεια του ομίλου και μάλιστα με τη μορφή δανείου.

Η συμμετοχή του έχει βασικό στόχο, αφενός να ενισχυθεί η προστατευμένη διαρροή κεφαλαίων και κερδών προς το εξωτερικό, που ήδη αποτελεί μέγιστη αιμορραγία για την ελληνική οικονομία, και αφετέρου να επωφεληθεί από το γενικευμένο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και των κρατικών συμμετοχών.


Όταν σου λένε «σκύψε» και λες «ευχαριστώ»

Όλα αυτά βέβαια είναι ψιλά γράμματα για μια χώρα που έχει τεθεί ήδη υπό καθεστώς γενικευμένης εκποίησης. Η χώρα και ο λαός της έχουν ξεγραφτεί. Οι κυβερνώντες το λένε ωμά και ξεκάθαρα. Δείτε το επιχείρημα του κ. Βενιζέλου για την αύξηση του ΦΠΑ στον χώρο της εστίασης. «Η αύξηση είναι παράλογη, αλλά μας επιβλήθηκε με το πιστόλι στο κρόταφο από την τρόικα», φέρεται να είπε στους εκπροσώπους του χώρου. Μπράβο στην κυβέρνηση, που ξέρει μόνο να υποχωρεί ακόμη και στις πιο παράλογες απαιτήσεις.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που έγινε με τη Φινλανδία. Στην απόφαση της 21ης Ιουλίου το Eurogroup για τη νέα «βοήθεια» προς την Ελλάδα προέβλεπε τη διμερή διαπραγμάτευση για τον καθορισμό των εγγυήσεων που ζητούσαν τα διάφορα κράτη για τη συμμετοχή τους στο νέο πακέτο.

Η Φινλανδία απαίτησε να της προκαταβάλει η Ελλάδα το 20% της συνεισφοράς της. Να αγοραστούν με αυτά ομόλογα ΑΑΑ και με βάση τις αποδόσεις (και επιτόκια που ακόμη κρατούνται κρυφά) θα καταβάλει η Φινλανδία τη συμμετοχή της.


Κατάλυση κοινοβουλίων

Όλα τα άλλα κράτη της ευρωζώνης θεώρησαν την απαίτηση της Φινλανδίας εξωφρενική. Υπάρχει κυβέρνηση που θα δεχόταν ένα τόσο εξευτελιστικό και ληστρικό τρόπο δανεισμού; Ναι, υπάρχει. Είναι η κυβέρνηση Παπανδρέου και ο υπουργός της κ. Βενιζέλος.

Για τους κυρίους αυτούς η έννοια διαπραγμάτευση σημαίνει ότι, όταν σου λένε «σκύψε», εσύ λες κι «ευχαριστώ». Αν έχεις μια κυβέρνηση και ένα πολιτικό σύστημα που ξέρει μόνο να λέει «ναι» σε ό,τι κι αν του ζητηθεί, όσο εξωφρενικό κι αν είναι, τότε τι πρέπει να περιμένει κανείς;

Το τι μας περιμένει δεν έχει κανείς παρά να το αντιληφθεί από μια πρόσφατη συνέντευξη του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στην Der Tagesspiegel am Sonntag (28.8):

«Οδεύοντας προς την Ευρώπη του μέλλοντος», τόνισε ο Σόιμπλε, «τα κράτη θα διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα, αλλά σε ορισμένους τομείς πρέπει να εκχωρήσουν τμήμα της εθνικής τους κυριαρχίας. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε θεσμική ενίσχυση της Ευρώπης, ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ώστε η απώλεια του δικαιώματος συναπόφασης των εθνικών κοινοβουλίων να μην οδηγήσει σε απώλεια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας».

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Σόιμπλε μιλά για εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας, ιδίως στην προοπτική του ευρωομολόγου και της κοινής δημοσιονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη. Έτσι ή αλλιώς τα κράτη για τα οποία μιλά ο Σόιμπλε έχουν εκχωρήσει εθνική κυριαρχία στην ευρωζώνη από την πρώτη στιγμή. Έχουν εκχωρήσει τη νομισματική τους κυριαρχία και την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής.

Αυτό δεν αρκεί πια. Χρειάζεται και η κατάλυση των εθνικών κοινοβουλίων. Τα συμφέροντα των αποικιοκρατών της ευρωζώνης σαν τον κ. Σόιμπλε, των αγορών και των τραπεζών δεν μπορούν πλέον να συνυπάρξουν με το «δικαίωμα συναπόφασης των εθνικών κοινοβουλίων».

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι στην πορεία προς την «οικονομική διακυβέρνηση» της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, η διαβούλευση και συναπόφαση των εθνικών κοινοβουλίων για κομβικά ζητήματα δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής δεν χρειάζεται. Είναι κάτι περιττό. Βέβαια χωρίς εθνικό κοινοβούλιο δεν υπάρχει ούτε καν τυπική δημοκρατία, ούτε καν λαός.

Όμως όλα αυτά είναι λεπτομέρειες μπροστά στη νέα χοντρή μπάζα που ετοιμάζονται να κάνουν οι απανταχού κερδοσκόποι με το ευρωομόλογο. Μπροστά στο ευρωομόλογο και την περιβόητη «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» τι νόημα έχει η δημοκρατία; Κανένα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget