Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Τα ρέστα μας...


Από το Άρδην Σεπτεμβρίου - Νοεμβρίου

Τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς η πολιτικές εξελίξεις επιταχύνθηκαν με την πτώση του Γ. Παπανδρέου, τη μετακίνηση του Α. Σαμαρά προς τα αδιέξοδα της συναίνεσης και τη συγκρότηση της κυβέρνησης συνεργασίας, οι Έλληνες συνειδητοποιούν σταδιακά το βάθος και την έκταση της κρίσης, που επεκτείνεται σταδιακά σε όλη την Ευρώπη και δεν αφήνει περιθώρια για τις αυταπάτες της προηγούμενης περιόδου, για μια σχετικά ταχεία και μάλλον ανώδυνη έξοδο. Και το δίλημμα γίνεται όλο και πιο επιτακτικό.

Από αυτή την κρίση είτε θα εξέλθουμε συντετριμμένοι, σε μια μοιραία καθοδική σπείρα, είτε θα επιχειρήσουμε μια έφοδο προς τον ουρανό, όντας υποχρεωμένοι, για να απαντήσουμε στα δομικά χαρακτηριστικά της κρίσης, να αναστρέψουμε μια καθοδική πορεία δεκαετιών. Διότι, όπως τόσες φορές έχει συμβεί στην ιστορία μας, όταν αντιμετωπίζουμε μία μείζονα κρίση, βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε κυριολεκτικά υπαρξιακά ερωτήματα.


Στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό λοιπόν, πληθαίνουν τα αδιέξοδα, παρόλο που η λαϊκή αντίσταση και κατακραυγή κατόρθωσε να επιτύχει την εκπαραθύρωση του Γ. Παπανδρέου, όχι όμως, ακόμα, ολόκληρης της συμμορίας του. Και γι’ αυτό ευθύνεται, εν πολλοίς, η Νέα Δημοκρατία, η οποία, όταν ο Παπανδρέου κατέρρεε μαζί με το ΠΑΣΟΚ, μετά την ταπείνωση των Καννών, κατόρθωσε με την πρόταση για κυβέρνηση συνεργασίας να δώσει το φιλί της ζωής σε αυτό το ετοιμόρροπο κόμμα.

Διότι ήταν βέβαιο πως η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν θα μπορούσε να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης και θα δρομολογούνταν ταχύτατες πολιτικές εξελίξεις με άμεση αποσύνθεση του ΠΑΣΟΚ. Αντ’ αυτού πετύχαμε μόνο την αποχώρηση Παπανδρέου και την εμπλοκή στην εξουσία και ενός μεγάλου μέρους του υπόλοιπου πολιτικού συστήματος.

Και αυτό δεν είναι απλώς συνέπεια του ενός ή άλλου «λάθους» του Σαμαρά ή των συμβούλων του. Είναι συνέπεια της βαθύτερης υφής αυτού του κόμματος και αυτού του συστήματος.

Παράλληλα, οι λεγόμενοι αντιμνημονιακοί χώροι, εκτός ΚΚΕ, επιδίδονται σε μια διαρκή «μετωπολογία». Εκτός από τον ΣΥΡΙΖΑ, πολλοί κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και άλλοι που συνδιαλέγονται με περισσότερες από μία πρωτοβουλίες. Εν μέσω αυτής της «κινητικότητας», εντείνονται και οι πιέσεις στον δικό μας χώρο ώστε να μη μείνουμε για μια ακόμη φορά εκτός κομματικού ή / και κοινοβουλευτικού νυμφώνος.

Ωστόσο η πραγματικότητα δείχνει ότι βρισκόμαστε ακόμα μάλλον στη φάση της αποσύνθεσης των παλιών δομών. Οι υπερβάσεις και οι ανασυνθέσεις, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη συγκρότηση νέων πολιτικών υποκειμένων, ικανών να εκφράσουν ικανοποιητικά τη λαϊκή αντίθεση, και να ανατρέψουν την πολιτική της εξάρτησης και της υποταγής, δυστυχώς, και παρά τη δεινή θέση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μας, ακόμα αναμένονται!

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι άμεσες κεντρικές εναλλακτικές προοπτικές περιορίζονται, γεγονός που υποβαθμίζει και την πολιτική σημασία των διαφόρων «μετώπων σωτηρίας». Άμεση πολιτική διέξοδος δεν διαγράφεται στον ορίζοντα.

Γι' αυτό και το αντιστασιακό φρόνημα του ελληνικού λαού μετατοπίζεται – και ορθά – στους χώρους της καθημερινότητας: Οι γειτονιές βράζουν ενώ πυκνώνουν οι πρωτοβουλίες φορολογικής ανυπακοής (ΔΕΗ) αλλά και οι άτυποι θεσμοί της αλληλεγγύης. Παράλληλα, ξεσπάει μετωπικά με πάσα αφορμή (π.χ. σε συμβολικές επετείους, βλ. 28η Οκτωβρίου).

Κύριο υποκείμενο αυτών των πολιτικών διεργασιών είναι το αυτόνομο, ανώνυμο πλήθος. Είναι οι «αόρατοι» της μεταπολίτευσης, ένα σύνολο κόσμου που είχε περιοριστεί σε υπόγειες διαδρομές, αηδιασμένο από την κυριαρχία του σάπιου και εξαντλημένου στελεχιακού δυναμικού της μεταπολίτευσης, από το «αντιπολιτευόμενο ΠΑΣΟΚ» μέχρι τους... αντιεξουσιαστές.

Αυτοί είναι που, έξω από κάθε παγιωμένο πολιτικό χώρο, αποτελούν την κύρια δύναμη έκφρασης της λαϊκής οργής, και αυτός είναι ο παράγοντας που μεταμόρφωσε τις αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις σε πραγματικό ποτάμι οργής που έφθειρε και απείλησε πραγματικά το σύστημα, είτε μιλούμε για το Σύνταγμα και την προηγούμενη άνοιξη, είτε για την 28η Οκτωβρίου, είτε για σήμερα, την ασφυκτική πίεση που εγείρεται στην τοπική αυτοδιοίκηση να πάρει θέση υπέρ του λαού στην άρνηση πληρωμών των λαοκτόνων φορολογικών μέτρων.

Το αυτόνομο κίνημα, δηλαδή, λόγω της αδυναμίας μιας κεντρικής, επιτελικής συγκρότησης, προβαίνει σ’ ένα παράδοξο πολιτικό αντάρτικο έναντι των δυνάμεων της εξάρτησης και της υποτέλειας.

Τούτο συνιστά εξ ίσου μειονέκτημα και πλεονέκτημα. Είναι πλεονέκτημα, διότι εξαιτίας του χαρακτήρα του, το λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να ποδηγετηθεί από την κατεστημένη πτέρυγα του αντιμνημονιακού στρατοπέδου: Την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τους, προνομιακά συνομιλούντες με το καρτέλ των μεγάλων καναλιών και των εντύπων, ανεξάρτητους πασοκογενείς παράγοντες.

Ταυτόχρονα αποτελεί δείκτη μιας ευρύτερης αδυναμίας, διότι ακριβώς αποδεικνύει την τρομακτική έλλειψη άφθαρτου στελεχιακού δυναμικού το οποίο θα ήταν σε θέση να προχωρήσει παραπέρα τις διαδικασίες συγκρότησης μετώπων και νέων πολιτικών υποκειμένων.

Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, και ιδιαίτερα όσοι μιλούν για νέο ΕΑΜ, ότι αυτό συγκροτήθηκε σ’ ένα κενό εξουσίας, όταν όλος ο κατεστημένος πολιτικός κόσμος είχε καταφύγει στην Μέση Ανατολή, από ένα κόμμα όπως το ΚΚΕ, που προπολεμικά τελούσε στο περιθώριο, με στελέχη εν πολλοίς άφθαρτα, υπό διωγμόν, έξω από κάθε συναλλαγή με το σύστημα και τα κατεστημένα.

Σήμερα αυτό λείπει και γι’ αυτό οι πρωτοβουλίες για τη συσπείρωση του αντιμνημονιακού χώρου έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση που αγγίζει τα όρια της φάρσας: πολυκατακερματισμός, καπετανάτα και δεκάδες μέτωπα και κόμματα που διεκδικούν για λογαριασμό τους την ενότητα και τη σωτηρία στη «σωστή βάση».

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι θα πρέπει να τα βάψουμε όλα μαύρα ή να εγκαταλείψουμε τον αγώνα επιλέγοντας ν’ αναδιπλωθούμε σ’ έναν νέο «ησυχασμό».

Και ήδη έχουμε επιτύχει πολλά: την απονομιμοποίηση του συστήματος και του μεγαλύτερου μέρους των ελίτ, την εκπαραθύρωση του πράκτορα, την υποχρεωτική, έστω και μερική, αναδίπλωση της κυβέρνησης σε ζητήματα όπως το χαράτσι, ή την ανάδειξη αντιμνημονιακών δυνάμεων σε όλους τους χώρους, από το ΠΑΣΟΚ έως τη Νέα Δημοκρατία, κ.λπ.

Απλώς η πραγματικότητα έχει τους δικούς της ρυθμούς. Ναι μεν οι διαδικασίες ανασύνθεσης και ανασυγκρότησης έχουν αρχίσει, ωστόσο αυτές δεν είναι γραμμικές, και δεν τελειώνουν από τη μία μέρα στην άλλη, ούτε ζητούν κατ’ αποκλειστικότητα πολιτικούς εργολάβους – μια λογική που είναι μέχρι το μεδούλι της πασοκική, ταυτισμένη με την απάτη και την καπηλεία των λαϊκών αιτημάτων.


Τι πρέπει να γίνει;

Τι πρέπει να γίνει σήμερα; Οι Έλληνες θα πρέπει ν’ αρχίσουν να σκέφτονται την κρίση και τις πιθανές απαντήσεις σ’ αυτήν με όρους αυτονομίας και αξιοπρέπειας, και όχι με όρους κηδεμονίας και υποτέλειας.

1. Άμεσα, αντίσταση στο μνη­μόνιο και την Κατοχή, αρνούμενοι παράλληλα τη λογική της εξόδου από το ευρώ, όπως επιθυμούν και μας σπρώχνουν από την αρχή της κρίσης οι Γερμανοί. Η Ελλάδα δεν πρέπει να βρεθεί απομονωμένη σε αυτές τις συνθήκες. Αν είναι να οδηγηθεί σε κρίση η ζώνη του ευρώ, αυτή θα πρέπει να είναι καθολική.

Βήμα πρώτο, λοιπόν, αντίσταση σε όλα τα μέτωπα που ήδη περιγράψαμε, χωρίς εθελούσια εγκατάλειψη του ευρώ και ανάπτυξη του στρατηγικού και τακτικού όπλου της διεκδίκησης των γερμανικών αποζημιώσεων. Ας μας διώξουν λοιπόν οι Γερμανοί και όχι οι φωνασκούντες αγράμματοι που προτείνουν να αυτοχειριαστούμε...

2. Στο μεσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο πρέπει να ακολουθήσουμε μια στρατηγική αποδέσμευσης από το ευρώ, αναδιοργανώνοντας την ελληνική οικονομία και κοινωνία και ενισχύοντας την αυτάρκειά της – ώστε να μπορούμε να αποκόψουμε τον ομφάλιο λώρο της εξάρτησης και της υποταγής στο υπό σύσταση Δ’ Γερμανικό Ράιχ.

Προϋπόθεση γι’ αυτή τη στρατηγική είναι να προχωρήσουμε σε διεθνείς συμμαχίες, να συσπειρωθεί ο ευρωπαϊκός Νότος, που πλήττεται από κοινού, αλλά και να ανοιχτεί η χώρα και σε άλλους παγκόσμιους πόλους γεωπολιτικής ισχύος, ώστε ν’ αποφύγει τον στραγγαλισμό που της επιβάλλει η τευτονοκρατούμενη δυτική Ευρώπη.

3. Στο στρατηγικό μακροπρόθεσμο επίπεδο, όπως πολλές φορές έχουμε επαναλάβει, η προοπτική της Ελλάδας βρίσκεται στην ανασυγκρότηση του ιστορικού μας χώρου, βαλκανικού – ανατολικοευρωπαϊκού και προοπτικά μεσανατολικού.

Για να φτάσουμε όμως εκεί, πρέπει να αποδεσμευτούμε σταδιακά από τον εγκλεισμό μας στη Δύση. Σταδιακά, γιατί μια βίαιη απομάκρυνση, στις σημερινές συνθήκες της οικονομίας, της κοινωνίας και των ελληνικών ελίτ, θα οδηγούσε σε πιθανή αποσύνθεση του ελλαδικού κράτους και θα ισοδυναμούσε με παράδοση στην καραδοκούσα Τουρκία.

Πρέπει με κάθε θυσία να αποφύγουμε ένα solo funebre, γι’ αυτό εξάλλου και προσπαθούμε να αποφύγουμε την μοναχική μας έξοδο από το ευρώ, που με τόση ευκολία προπαγανδίζουν διάφοροι ανιστόρητοι οικονομολογούντες.

Πρέπει με υπομονή και επιμονή να σχεδιάσουμε και να επενδύσουμε σε μια διαφορετική ευρωπαϊκή γεωμετρία, όπου η Ανατολική Ευρώπη και προπαντός η Ρωσία θα επανέλθουν στο ευρωπαϊκό παιγνίδι και θα εμποδίσουν τη γερμανοποίηση της Ευρώπης, καθώς και έναν πιθανό άξονα Άγκυρας-Βερολίνου, προχωρώντας πιθανώς και σε μια συμμαχία με μια ανανεωμένη λατινική Ευρώπη.


Πώς να φτάσουμε μέχρι εκεί;

Για να αποκτήσουμε έναν ανάλογο στρατηγικό σχεδιασμό, θα πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίον σκεφτόμαστε και υπάρχουμε πολιτικά στην Ελλάδα.

Να μπουν σε κρίση τα κόμματα, να ανατραπούν καρέκλες και λογικές που είναι εδραιωμένες εδώ και δεκαετίες, να αλλάξει το πολιτικό λεξιλόγιο, και να ανατραπεί το πολιτικό προσωπικό που κυριαρχεί σ’ όλους τους χώρους, κι επίσης, να δοκιμαστούν ή να ξεπεραστούν από τα πράγματα όλες οι «δήθεν» εναλλακτικές λύσεις, καθώς και οι φθαρμένες δυνάμεις που αυτο-παρουσιάζονται σήμερα ως αντιστασιακές.

Πρόκειται για μια πολύμορφη διαδικασία, η οποία φέρει μέσα της τόσο την κατεδάφιση του παλιού όσο και την δημιουργία του καινούριου. Είναι μια διαδικασία που μόνον ένα αυτόνομο λαϊκό κίνημα μπορεί να φέρει σε πέρας παρεμβαίνοντας ταυτόχρονα σε όλα τα επίπεδα: Στην καθημερινότητα, στο πεδίο των άμεσων αναγκών, αλλά και στις συνειδήσεις των ανθρώπων, στις πολιτικές αντιλήψεις, ακόμα και στον χαρακτήρα και την φυσιογνωμία των οργανώσεων που υπάρχουν.

Και περιλαμβάνει όλων των ειδών τις παρεμβάσεις και πρακτικές. Από τη μαχητική παρουσία στους δρόμους, την οικοδόμηση θεσμών αλληλεγγύης, την ιδεολογική ανασυγκρότηση, την πολιτική ανασύνθεση.

Η κεντρική πολιτική σκηνή δεν είναι το Α και το Ω αυτής της διαδικασίας. Αν μεταβληθεί σε κάτι τέτοιο, κινδυνεύουμε να γίνουμε βορά μιας νέας καπηλείας. Βεβαίως, όλες οι μετωπικές πρωτοβουλίες συμβάλλουν – ηθελημένα ή άθελά τους – θετικά. Διότι βοηθούν στην υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών και περιορίζουν τον ρόλο των κομματικών γραφειοκρατιών, που είναι παράγοντες αδράνειας και επιθυμούν τη συντήρηση του παλιού καθεστώτος. Ωστόσο δεν πρέπει να περιμένουμε άμεσα το αίσιο τέλος αυτών των διεργασιών.

Το αυτόνομο λαϊκό κίνημα θα πρέπει να αναβαθμίσει την ιδεολογική και θεωρητική του επεξεργασία, ν’ αποκτήσει αίσθηση της στρατηγικής και της τακτικής, ν’ αποκτήσει δηλαδή συλλογική νοημοσύνη.

Και μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο χωρίς πλειοδοσίες και καπηλείες, γιατί τόσα χρόνια επεξεργαζόμαστε ένα πρόταγμα που αποτελεί οργανικό μέρος της φυσιογνωμίας του (υπέρβαση των παλαιοκινηματικών συμπλεγμάτων του προηγούμενου αιώνα, σύνθεση του εθνικού με το κοινωνικό αίτημα, αναβίωση της ελληνικής αντιστασιακής ταυτότητας, κοινοτισμός). Έτσι, θα μπορούσαμε να συμβάλουμε:

Α. Στην ιδεολογική απονομιμοποίηση του ΠΑΣΟΚΙΣΜΟΥ. Δηλαδή, να εξαλείψουμε κάθε κατάλοιπό του, που προσπαθεί να επιβιώσει στη νέα εποχή με «αντιμνημονιακό προσωπείο».

Κι αυτό θα πρέπει να γίνει σε όλα τα επίπεδα, από τη βάση, τον συνδικαλισμό και τα κινήματα, μέχρι τα κόμματα και τα μετωπικά πολιτικά εγχειρήματα. Γιατί ο ΠΑΣΟΚΙΣΜΟΣ θα επιχειρήσει μια νέα καπηλεία του αυτόνομου λαϊκού κινήματος, πράγμα που σημαίνει ότι το τελευταίο πρέπει να ενισχύσει τα ιδεολογικά και πολιτικά του αντανακλαστικά ώστε να το αντιμετωπίσει.

Β. Στη διαμόρφωση μετωπικών αιτημάτων και πρωτοβουλιών, που θα λειτουργήσουν συσπειρωτικά ως προς την διάσπαρτη λαϊκή οργή. Τέτοιο αίτημα είναι οι Γερμανικές Πολεμικές Αποζημιώσεις ή καμπάνιες που στοχοποιούν και εκθέτουν πρόσωπα με ρόλους - κλειδιά στην πολιτική της υποτέλειας και της υποταγής.

Γ. Στην εξάπλωση ενός βαθύτερου προβληματισμού σχετικού με την ελληνική κρίση. Μέσα από τα έντυπα, τα βιβλία και τις εκδηλώσεις μας, να επεξεργαστούμε μια στρατηγική αυτάρκειας στο πεδίο της οικονομίας, στην εξωτερική πολιτική.

Να επεξεργαστούμε, κόντρα στην κλεπτοκρατική λαίλαπα του πασοκισμού και τη νεοφιλελεύθερη συνταγή της τρόικας, στοιχεία ανασυγκρότησης της ελληνικής πολιτείας σε αντιπλουτοκρατική, φιλολαϊκή βάση κ.ο.κ.

Δ. Επίσης να επιμείνουμε στη συμμετοχή στις κινητοποιήσεις και τις πρωτοβουλίες που οργανώνονται, όπως έγινε στην απεργία της 19ης και 20ής Οκτωβρίου, στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου, στις επιτροπές ενάντια στο χαράτσι της ΔΕΗ. Ή να προωθήσουμε μια εναλλακτική μετωπική λογική, δημιουργώντας αυτόνομες συνελεύσεις διαβούλευσης και κινητοποίησης γύρω από τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα που τίθενται κάθε φορά.

Ε. Να επιμείνουμε στην ανάπτυξη πρωτοβουλιών αλληλεγγύης, αλληλοβοήθειας και εναλλακτικής οικονομίας, όπως αυτές που αναπτύσσονται σταδιακά σε όλη την Ελλάδα. Πρωτοβουλίες που όχι μόνο αποτελούν μια άμεση ενίσχυση των ανθρώπων στις συνθήκες της κρίσης, αλλά και προδιαγράφουν και μελλοντικές στρατηγικές για μια οικονομία και μια κοινωνία πέρα από τα αδιέξοδα του νεο-φιλελευθερισμού και του κρατικού σοσιαλισμού.

Όσο για τα πολιτικά μέτωπα αυτά καθ’ αυτά, λέμε κατ’ αρχάς «ναι» σε οποιαδήποτε σοβαρή πρωτοβουλία ανακύψει. Ο χώρος μας, εξάλλου, όλα αυτά τα χρόνια έχει συσσωρεύσει ένα πολιτικό και ηθικό κεφάλαιο σοβαρότητας και αξιοπιστίας, και κανείς από εμάς δεν είναι διατεθειμένος να το εξανεμίσει διά της συμμετοχής σε τυχοδιωκτικά πολιτικά εγχειρήματα.


Το διακύβευμα

Πολλοί φίλοι φοβούνται την καραντίνα στην οποία επιχειρούν να θέσουν τον χώρο μας όλες οι κατεστημένες δυνάμεις, μνημονιακές ή αντιμνημονιακές. Ωστόσο η παρακαταθήκη και η διαδρομή μας, όλη η δουλειά η οποία έχει πραγματοποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες στέκεται εμπόδιο απέναντί τους.

Η «Ρήξη» κυκλοφόρησε το 1979 και το «Άρδην» συγκροτήθηκε το 1996 από έναν χώρο ο οποίος στάθηκε με συνέπεια στον αντίποδα κάθε μεταπολιτευτικής εξουσίας, μεγάλης ή μικρής. Πολέμησε τον εκπασοκισμό και τον ευτελισμό των οραμάτων δικαιοσύνης και ισότητας του ελληνικού λαού. Γι’ αυτό και εξ αρχής είχε μεταβάλει σε σημαία του την ανάγκη για μια ριζική αναδιατύπωση του προτάγματος και της φυσιογνωμίας των αντιστασιακών κινημάτων.

Ιδιαίτερα στην τελευταία φάση της μεταπολίτευσης, επικεντρώσαμε τον αγώνα μας ενάντια στην κοσμοπολίτικη και εθνομηδενιστική στρατηγική του κατεστημένου, γιατί διαβλέψαμε ότι στην άκρη του περίφημου εκσυγχρονισμού βρίσκεται η ολοκληρωτική υποταγή της χώρας μας στη Δύση και την Ανατολή.

Έως τώρα, όλα τα κατεστημένα μας διέβαλλαν ως εθνικιστές. Τώρα ο Τσίπρας μιλάει για τον νεοθωμανικό κίνδυνο και ακόμα και οι αντιεξουσιαστές επιλέγουν να συμμετάσχουν στους εορτασμούς του Πολυτεχνείου με συνθήματα του... ΕΑΜ. Επί δεκαετίες, δηλαδή, παλέψαμε στο ιδεολογικό πεδίο για μια ανασύνθεση που μόλις αρχίζει και διαφαίνεται στο πολιτικό πεδίο.

Σήμερα οι εξελίξεις δυστυχώς επιβεβαίωσαν, με τον χειρότερο τρόπο για τη χώρα, τους φόβους μας. Και το ελάχιστο είναι η δικαίωση των ιδεών του «Άρδην» και της «Ρήξης» και των ανθρώπων που τις υπερασπίστηκαν και τις υπερασπίζονται. Θα είμαστε πολύ μικροί εάν μέναμε στο ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο σ’ αυτήν τη διαμάχη.

Το κυριότερο είναι ότι αυτή σηματοδοτεί ταυτόχρονα μια κολοσσιαία ιδεολογική ήττα του κατεστημένου, που απελευθερώνει, για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, τις προοπτικές συγκρότησης ενός αυθεντικού ελληνικού ρεύματος αντίστασης. Δυστυχώς, το τίμημα, η διάλυση της χώρας, είναι μεγάλο. Ήταν άραγε αναπόφευκτο για να αποτινάξουμε δεκαετίες προδοσίας και ξιπασιάς; Ίσως όχι.

Πάντως, σε οποιαδήποτε περίπτωση, κι όσο σκοτεινοί κι αν είναι οι καιροί, θα πρέπει να εργαζόμαστε πάντοτε για την έλευση μιας νέας εθνικής και κοινωνικής αναγέννησης, που αποτελεί προϋπόθεση για μια αυθεντική έξοδο από την κρίση που μας μαστίζει.

Πρέπει να έχουμε συνείδηση για το πραγματικό διακύβευμα: δεν πρόκειται για την τύχη του παρόντος πολιτικού συστήματος ή την έξοδό μας απλώς από την ανέχεια, πρόκειται για την ίδια μας την υπόσταση. Ο αγώνας, στο βάθος του, είναι αγώνας «υπέρ βωμών και εστιών» και γι’ αυτό δεν επιτρέπονται άλλα λάθη, άλλες επιπολαιότητες, άλλες κινήσεις χωρίς αίσθηση του στρατηγικού βάθους των προβλημάτων.

Τα χρόνια που έρχονται, «για να μείνουμε στο παιγνίδι, θα υποχρεωθούμε να παίξουμε τα ρέστα μας». Η Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά τον Ελευθέριο Βενιζέλο, και σε συνθήκες δυσκολότερες, είναι υποχρεωμένη, για να επιβιώσει, να αποκτήσει μια συνολική στρατηγική, από το βραχυπρόθεσμο «εδώ και τώρα» έως το μακροπρόθεσμο, στρατηγικό πεδίο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget