Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Καταρρέει το μοντέλο της συνενοχής και των δανεικών κι αγύριστων



Από την Αιχμή

Του Κώστα Χρυσόγονου

Η επικείμενη εκλογική αναμέτρηση της 6ης Μαΐου 2012 θα είναι η δέκατη τέταρτη από τη «Μεταπολίτευση» του 1974. Όπως και οι προηγούμενες δεκατρείς, έτσι και αυτή αναμένεται να διεξαχθεί κάτω από ομαλές συνθήκες, δηλαδή χωρίς τα φαινόμενα βίας και νοθείας που χαρακτήριζαν συχνά τις βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα από το 1844 (στις πρώτες εκείνες εκλογές της μετεπαναστατικής περιόδου είχαμε περίπου 400 νεκρούς!) έως τουλάχιστον το 1961 (όταν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους επενέβησαν με βάση οργανωμένο σχέδιο και επέβαλαν την επικράτηση τότε της ΕΡΕ).


Η εξασφάλιση, ωστόσο, της ομαλότητας δεν σημαίνει και διασφάλιση της Δημοκρατικής ποιότητας των εκλογών. Η τελευταία σχετίζεται με το επίπεδο της εσωκομματικής δημοκρατίας, το οποίο στη χώρα μας είναι πολύ χαμηλό σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Τα προγράμματα των περισσότερων και, πάντως, των μεγαλύτερων κομμάτων έχουν συνταχθεί από τους αρχηγούς και το άμεσο περιβάλλον τους, χωρίς ανοικτή συζήτηση και ψηφοφορία για τα επιμέρους θέματα σε συλλογικά κομματικά όργανα. Σχεδόν κανένα κόμμα δεν διεξήγαγε τους τελευταίους μήνες Συνέδριο, προκειμένου να καθορίσει με δημοκρατικό τρόπο το πρόγραμμά του.

Το περιεχόμενο, εξάλλου, των κομματικών προγραμμάτων είναι συνήθως γενικόλογο και αόριστο, προκειμένου αφενός να ανταποκρίνεται στο ευρύτερο δυνατό φάσμα προσδοκιών των ψηφοφόρων και αφετέρου να μη συνιστά πραγματική (αυτό)δέσμευση για το κόμμα προέλευσής του. Η διαφορά, βέβαια, σε σχέση με προηγούμενες εκλογές, είναι ότι εκ των πραγμάτων τα κόμματα υποχρεώνονται τώρα να τοποθετηθούν στο δίλημμα «Μνημόνιο ή Αντίσταση».

Το δίλημμα, όμως, αυτό αφενός είναι ετεροκαθοριζόμενο (αφού το εκάστοτε περιεχόμενο των «Μνημονίων» υπαγορεύεται από τον διεθνή παράγοντα) και αφετέρου δεν δίνει καθεαυτό καμία απάντηση στα μακροπρόθεσμα προβλήματα της χώρας (π.χ. στην υπογεννητικότητα και την εντεύθεν απομείωση του ανθρώπινου κεφαλαίου, στις καταστροφικές πρακτικές που οδηγούν στην ερημοποίηση της αγροτικής γης και την αποδάσωση, στη χρεοκοπία του παραγωγικού μοντέλου της χώρας κ.λπ.).

Ο ορίζοντας, άλλωστε, των περισσότερων κομμάτων και των ηγεσιών τους περιορίζεται στα επόμενα 3-4 χρόνια (στην καλύτερη περίπτωση) και ειδικότερα στην εξασφάλιση μεριδίου (ή ολόκληρης) της εξουσίας σ΄ αυτά. Ελάχιστοι ασχολούνται με το τι θα συμβεί σε βάθος μερικών δεκαετιών.

Η «συντεταγμένη» (προς το παρόν) χρεοκοπία του ελληνικού κράτους «επιτεύχθηκε» σε βάθος δεκαετιών, με τη σταδιακή διόγκωση του δημόσιου και του εξωτερικού χρέους, ακριβώς για το λόγο αυτόν.

Δημοκρατικό έλλειμμα παρατηρείται και στον τρόπο επιλογής των υποψηφίων, αφού καθοριστικός είναι ο ρόλος των κομματικών ηγεσιών και ελάχιστη έως ανύπαρκτη η επιρροή της «βάσης». Προκριματικές εσωκομματικές ψηφοφορίες των μελών (ή και «φίλων») των κομμάτων για την ανάδειξη των υποψηφίων βουλευτών δεν φαίνεται να διεξάχθηκαν σχεδόν πουθενά.

Η όποια ανανέωση της πολιτικής τάξης συντελείται, άρα, κυρίως με το σύστημα της «κοοπτάτσιας», που έρχεται εκ των υστέρων να επιβεβαιωθεί απλώς μέσω των σταυρών προτίμησης.

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την απουσία αποτελεσματικού ελέγχου στις διαδρομές του «πολιτικού χρήματος», την άνιση κατανομή του τηλεοπτικού χρόνου και άλλες παθογένειες, προσδίδουν στο Πολίτευμα χαρακτήρα παλίμψηστου.

Κάτω από μια λεπτή επίστρωση Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας κρύβονται δομές φεουδαρχικού ή και απολυταρχικού χαρακτήρα, όπως η κυριαρχία των πελατειακών σχέσεων προσωπικής υποτέλειας και η όσμωση μεταξύ μιας δήθεν «δημόσιας» πολιτικής εξουσίας και των δήθεν «ιδιωτικών» - κρατικοδίαιτων οικονομικών εξουσιών και συμφερόντων.

Η συναίνεση της μεταπολιτευτικής περιόδου ήταν μια συναίνεση στηριγμένη στη συνενοχή και στα δανεικά και αγύριστα. Το μοντέλο αυτό φθάνει πια στη λήξη του. Ή θα προχωρήσουμε ως κοινωνία στην κατάκτηση ενός ανώτερου επιπέδου συναίνεσης, στηριγμένης στην ενεργό συμμετοχή των πολιτών (και όχι των πελατών) ή θα κατρακυλήσουμε πίσω, σε κάποια μετανεωτερική εκδοχή αυταρχισμού.

*Ο Κώστας Χρυσόγονος είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο τμήμα Νομικής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω.


1 σχόλιο:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget