Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Από τώρα στην Ε.Ε. θέλουν την Τουρκία οι ΗΠΑ


Η τελευταία έκθεση του Ιδρύματος Carnegie για τις σχέσεις Τουρκίας - Ε.Ε.: Ζητείται πλήρης συνεργασία σε θέματα αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής, λόγος στην Άγκυρα για τη βαλκανική και μεσανατολική πολιτική και για τις επιχειρήσεις της Ε.Ε. και να βγουν από την ατζέντα του στρατηγικού διαλόγου Αιγαίο και Κύπρος.

Από το ιστολόγιο του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Τη θεσμοθέτηση τακτικών συναντήσεων κορυφής Τουρκίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενός «στρατηγικού διαλόγου» Βρυξελλών και Άγκυρας, από τον οποίο θα αποκλεισθούν προκαταβολικά θέματα όπως το Κυπριακό και οι τουρκικές απειλές κατά της Ελλάδας, και τη σχεδόν πλήρη συμμετοχή της Τουρκίας στις δραστηριότητες άμυνας και ασφάλειας της Ε.Ε. προτείνει με έκθεσή του για τις ευρωτουρκικές σχέσεις το Carnegie Endowment, το σημαντικότερο ίσως think tank των Ηνωμένων Πολιτειών για θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Η έκθεση φέρει τον τίτλο «Ο δρόμος μπροστά για την Τουρκία και την Ε.Ε. Ένας στρατηγικός διάλογος για την Εξωτερική Πολιτική». Την έκθεση του αμερικανικού ιδρύματος υπογράφουν οι Heather Grabbe, επικεφαλής του ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Ανοιχτής Κοινωνίας (Σόρος) και Sinan Ulgen, πανεπιστημιακός από την Τουρκία.

Η διαδικασία που προτείνει το αμερικανικό ινστιτούτο θα είναι συμπληρωματική και υποβοηθητική, όχι αντίθετη, με την εν εξελίξει ενταξιακή διαπραγμάτευση Ε.Ε. - Τουρκίας και θα χρησιμεύει ως ένα χρήσιμο by-pass της, για να προωθηθούν ιδίως θέματα στρατηγικής συνεργασίας σε περιφερειακές διαμάχες, εν αναμονή ξεμπλοκαρίσματος της τουρκικής ενταξιακής πορείας που έχει τώρα «κολλήσει» στην άρνηση της Άγκυρας να ανοίξει τα λιμάνια και αεροδρόμιά της στα κυπριακά σκάφη και το βέτο που έχει θέσει η Κυπριακή Δημοκρατία, ήδη επί Προεδρίας Παπαδόπουλου, σε αριθμό κεφαλαίων.

Ταυτόχρονα η έκθεση του Carnegie ζητά να επισπευσθεί τουλάχιστο το άνοιγμα του κεφαλαίου 23 για τα ζητήματα δικαστηρίων και θεμελιωδών δικαιωμάτων και το κεφάλαιο 15 για την ενέργεια. Για το άνοιγμα των δύο αυτών κεφαλαίων ασκούνται και αναμένονται να ασκηθούν ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις στον Πρόεδρο Χριστόφια.

Αν όλα αυτά γίνουν, τότε η Τουρκία θα απολαύσει από τώρα μεγάλο μέρος των δυνατοτήτων και δικαιωμάτων που έχουν τα μέλη της Ε.Ε. καθιστάμενο όχι απλά μέλος, αλλά μέλος με βαρύνοντα λόγο στην εξωτερική - αμυντική και ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης, χωρίς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις.

Θα απαλλαγεί επίσης από οποιαδήποτε υποχρέωση στα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, με την Αθήνα και τη Λευκωσία να μην μπορούν να θέσουν κανένα από τα ζητήματα ασφαλείας που τους δημιουργεί ως προϋποθέσεις περαιτέρω προόδου.

Θα καταστεί επίσης πολύ δυσχερέστερο απ' ό,τι σήμερα, με το σύνολο των δεσμών που σταδιακά υφαίνουν Βρυξέλλες και Άγκυρα, να ειπωθεί από την Ε.Ε. το «Όχι» στην τουρκική ένταξη, που επιθυμεί να πει μερίδα του ευρωπαϊκού πολιτικού προσωπικού και η πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών.

Ακόμα όμως και αν δεν ενταχθεί τελικά η Άγκυρα, θα έχει δημιουργηθεί ένα πλέγμα σχέσεων Τουρκίας - Ε.Ε., που θα εμπλέκει επαρκώς τις δύο πλευρές αμοιβαία και προφανώς αποτελεί τη δεύτερη καλύτερη εναλλακτική για τις ΗΠΑ, που ελπίζεται να μην συναντήσει τα εμπόδια της καθεαυτό ένταξης.

Τέτοιο μοντέλο έχει εμφανισθεί επίσης με το Ισραήλ, στο οποίο, χωρίς καν να υπάρχει επισήμως προοπτική ένταξης στην Ε.Ε., έχουν αναγνωρισθεί, με σειρά συμφωνιών, αρκετές από τις οποίες παρέμειναν μυστικές, ή πάντως δεν έτυχαν δημόσιας εξέτασης, πολλά από τα δικαιώματα συμμετοχής στις διαδικασίες της Ε.Ε., που επιφυλάσσονται μόνο για τα μέλη.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε, στο σημείο αυτό, ότι πρόταση για τη σύγκληση συνάντησης κορυφής Τουρκίας - Ε.Ε., εκτός από το Carnegie, έχει διατυπώσει και ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Δημήτρης Δρούτσας. Σε αντίθεση όμως με το πιο μακροχρόνιο και θεσμοποιημένο πλαίσιο των συναντήσεων κορυφής, όπως το σκιαγραφεί το αμερικανικό ίδρυμα, ο κ. Δρούτσας προτείνει μια συνάντηση με ρητό αντικείμενο τον αποσαφήνιση της ίδιας της ενταξιακής προοπτικής της Άγκυρας και ενός νέου «οδικού χάρτη».

Δεν χρειαζόταν να έρθει η έκθεση, αλλά κι αυτή μας υπενθυμίζει με τον τρόπο της τη μεγάλη αντίφαση στην οποία, εκτιμούν υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Εξωτερικών, έχουν εγκλωβιστεί Αθήνα και Λευκωσία. Υποστηρίζουν με φανατισμό την (αγγλοαμερικανικής προελεύσεως και μη δημοφιλή μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών) ιδέα της συμμετοχής της Τουρκίας στην Ε.Ε., με μια σχεδόν μεταφυσική πεποίθηση ότι θα βελτιώσει τις σχέσεις με την Άγκυρα.

Όπως αποδεικνύουν, όμως, αν μη τι άλλο, οι διαρκείς διελεύσεις τουρκικών μαχητικών πάνω από τα ελληνικά νησιά, οι ευεργετικές συνέπειες αυτής της πολιτικής, χάρη στην οποία κερδίζουμε την αντιπάθεια του Βερολίνου και του Παρισιού, παραμένουν αόρατες. Αθήνα και Λευκωσία, υποστηρίζουν τα ίδια στελέχη του υπουργείου Εξωτερικών, πρέπει επιτέλους να αποφασίσουν: είναι η Τουρκία ή δεν είναι δύναμη στρατιωτικής κατοχής στην Κύπρο και απειλής στο Αιγαίο ή είναι φίλη χώρα με την οποία μας χωρίζουν κάποιες μικροπαρεξηγήσεις και να ενεργήσουν ανάλογα.

Πόσο μάλλον που το ζήτημα της συμμετοχής ή όχι της Τουρκίας στην Ε.Ε. και των σχέσεων της Άγκυρας μαζί της θα έχει καθοριστική σημασία για τα δύο ελληνικά κράτη.


Carnegie, think tanks και «ΜΚΟ»

Το Carnegie, όπως προαναφέραμε, είναι ένα από τα σημαντικότερα, ίσως το σημαντικότερο think tank των ΗΠΑ σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Από τα «σπλάχνα» του έχουν προκύψει μια σειρά διεθνών «μη κυβερνητικών» οργανώσεων (που χρηματοδοτούνται πάντως γενναία από κυβερνήσεις, όπως και από μεγάλες πολυεθνικές) και οι οποίες έχουν περισσότερες ελευθερίες από το Carnegie να διαμορφώνουν πλαίσια πολιτικής για τις επί τόπου ατλαντικές δυνάμεις του πλανήτη.

Η πιο γνωστή από αυτές τις δήθεν ΜΚΟ είναι η International Crisis Group, που σχεδιάστηκε από ανθρώπους του Carnegie με «μαμή» τον Τζορτζ Σόρος και θεωρείται σήμερα κύριος άτυπος «σύμβουλος» του ΝΑΤΟ.

Η ICG ήταν ο αρχιτέκτονας του πολέμου στο Κόσοβο με διακηρυγμένο σκοπό από την αρχή την απόσπαση της επαρχίας αυτής από τη Σερβία. Μετά το δημοψήφισμα του 2004 στην Κύπρο, η ICG εκπόνησε και δημοσίευσε ένα σχέδιο «άρσης του αδιεξόδου» στο Κυπριακό, που περιελάμβανε την αντικατάσταση Παπαδόπουλου, την αποκήρυξη του ενιαίου αμυντικού δόγματος, την άρση του «αποκλεισμού» των κατεχομένων και την επαναφορά παραλλαγής του Σχεδίου Ανάν.

Με τους ίδιους κύκλους συνδέεται επίσης μια άλλη φιλόδοξη ΜΚΟ, το European Council of Foreign Relations, που σε έκθεσή του, το 2007, χαρακτήριζε Ελλάδα και Κύπρο «Δούρειους Ίππους» της Ρωσίας στην Ε.Ε.!

Πρόκειται για ένα νεφέλωμα οργανώσεων, που, ξεκινώντας από την Ουάσιγκτον, διακτινίζεται σε όλο τον πλανήτη, περίπου ως άτυπη «Διεθνής της Αυτοκρατορίας» – η ICG π.χ. διαθέτει παρατηρητήρια σε 60 χώρες. Στις ίδιες τις ΗΠΑ, αυτά τα think tank διασφαλίζουν τη στρατηγική συνέχεια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που δεν είναι πάντα εύκολο να εξασφαλισθεί από ένα πολιτικό και κρατικό σύστημα που υπόκειται σε μορφές δημόσιου ελέγχου και εναλλαγής στην εξουσία.

Εκτός ΗΠΑ εξασφαλίζει (συχνά και με τη χρήση διαφόρων «ιθαγενών», δήθεν εθνικών ινστιτούτων εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής) τη συγκεκριμενοποίηση και εφαρμογή των τακτικών που θα εξυπηρετήσουν τις στρατηγικές επιδιώξεις. Οι δήθεν ΜΚΟ δεν έχουν τις δεσμεύσεις και «ανελαστικότητες» και δεν υπόκεινται στους ελέγχους των δημόσιων φορέων.

Ο πολλαπλασιασμός άτυπων οργανισμών χάραξης και εφαρμογής πολιτικής εντάσσεται στη γενικότερη τάση ιδιωτικοποίησης του κράτους, περιλαμβανομένης της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, που αποτελεί, εδώ και 40 χρόνια, το «μεγάλο όραμα» της επελαύνουσας στον πλανήτη «νεοφιλελεύθερης (αντ)επανάστασης».

Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι αυτό το νεφέλωμα ανθρώπων, δικτύων και οργανώσεων, που συνιστά το ευρωατλαντικό λόμπι, έχει ως κύρια επιδίωξη την «ενότητα της Ατλαντικής Συμμαχίας», όπως αποκαλεί ευσχήμως την αποτροπή και της παραμικρής ευρωπαϊκής φιλοδοξίας αυτονόμησης από ΝΑΤΟ και ΗΠΑ.

Για παράδειγμα οι άνθρωποι που πρωταγωνίστησαν στη δημιουργία της ICG στήριξαν την απόρριψη από τους μουσουλμάνους της Βοσνίας σχεδίου καντονοποίησης που είχε καταρτίσει η Ε.Ε., προκειμένου να μην λύσουν οι Ευρωπαίοι το Βοσνιακό, αλλά να ανοίξει ο δρόμος για τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ και την υπό αμερικανική διεύθυνση διάσκεψη του Ντέιτον.


Νέα ευρωτουρκική δομή

Ανεξαρτήτως προόδου στα τουρκοενταξιακά, Τουρκία και Ε.Ε. πρέπει, κατά την έκθεση, να εντατικοποιήσουν και συστηματοποιήσουν τη συνεργασία τους σε τομείς - κλειδιά και, πρώτα απ' όλα, στην εξωτερική και την πολιτική ασφάλειας. Μια καλή βάση γι' αυτό είναι ο διάλογος και η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της Λαίδης Άστον και του Αχμέτ Νταβούτογλου γύρω από τα θέματα Μέσης Ανατολής, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Καυκάσου και Βαλκανίων.

Ο διάλογος αυτός πρέπει να διευρυνθεί με τη συμμετοχή των ΥΠΕΞ της Ε.Ε. και ανώτερων διπλωματών. Κατ' ουσίαν ο διάλογος αυτός θα υποκαταστήσει τη διαπραγμάτευση επί των κεφαλαίων 30 και 31 (εξωτερικά και αμυντικά), που προσκρούει στα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό.

Η έκθεση προειδοποιεί ρητά εναντίον τυχόν υιοθέτησης τριμερούς φόρμουλας Ε.Ε. - Ρωσία - Τουρκία. Είναι σαφές ότι, ακόμα και αν χρειάζεται να το πουν περιφραστικά και επικαλούμενοι ό,τι πρόσχημα μπορούν να βρουν, για τους συντάκτες η μεν Τουρκία είναι πολύτιμος δυτικός σύμμαχος, η δε Ρωσία δυνητικός αντίπαλος. Στη γλώσσα της ίδιας της έκθεσης: «Η Τουρκία είναι περισσότερο από "στρατηγικός εταίρος", το καθεστώς δηλαδή που η Ε.Ε. έχει αποδώσει στη Ρωσία».

Η έκθεση τονίζει ότι η στενή οικονομική και διπλωματική συνεργασία στη Μέση Ανατολή θα ωφελήσει τόσο τους Ευρωπαίους όσο και τους Τούρκους. Παράλληλα ένας δομημένος διάλογος για την εξωτερική πολιτική θα συμβάλει στην απορρόφηση των απογοητεύσεων της ενταξιακής διαδικασίας. Η Άγκυρα, υπογραμμίζει η έκθεση, θα κερδίσει έναν ρόλο στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα για τις περιοχές που είναι γειτονικές προς την Τουρκία. Ένας ισχυρός διάλογος Τουρκίας - Ε.Ε. θα συμβάλει στη μείωση του φόβου ότι η Άγκυρα απομακρύνεται από τη Δύση.

Ο δομημένος διάλογος θα πρέπει να πάρει τη μορφή:

Ετήσιας συνάντησης κορυφής για στρατηγικά θέματα, που θα οργανώσει ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με συμμετοχή του Προέδρου και του πρωθυπουργού της Τουρκίας.

Θεσμοθετημένου διαλόγου των 27 ΥΠΕΞ με τον Τούρκο για μισή ή μία μέρα, δύο φορές τον χρόνο και μάλιστα προτού συναντηθούν μεταξύ τους οι 27, στις λεγόμενες συναντήσεις Gymnich. Εφιστάται η προσοχή της Λαίδης Άστον να επιβάλει σιδηρά πειθαρχία και να μην επιτρέπει να εισπηδούν στη συζήτηση διμερή θέματα (λέγε με Ελλάδα ή Κύπρο).

Συναντήσεων εργασίας, που θα εμπλέκουν τους 27 πολιτικούς διευθυντές των υπουργείων Εξωτερικών. Είναι χρήσιμη η τουρκική πρόταση τακτικού διαλόγου με την Πολιτική και Επιτροπή Ασφάλειας, πόσο μάλλον που η Επιτροπή αυτή θα ασχολείται συστηματικά με ζητήματα περιοχών όπου η Τουρκία επιδιώκει μεγαλύτερη ανάμειξη, όπως τα Βαλκάνια. Η «διαχείριση κρίσεων και επέμβαση» στα Βαλκάνια είναι ένας από τους «τομείς - κλειδιά του στρατηγικού διαλόγου» κατά το έγγραφο.


Συνεργασία στην Άμυνα και Ασφάλεια

Η έκθεση διεκτραγωδεί διά μακρών τις δυσκολίες που έχουν προκαλέσει σε αυτό τον τομέα τα αμοιβαία βέτο Τουρκίας και Κύπρου και εισηγείται:

Ανάμειξη της Άγκυρας στον σχεδιασμό, εφαρμογή και παροχή δυνάμεων για επιχειρήσεις υπό την Ε.Ε.

Πλήρη και εντατική συμμετοχή της Τουρκίας στις διαβουλεύσεις της CDSP, ιδίως στο επίπεδο του Πολιτικού και Συμβουλίου Ασφάλειας και της Στρατιωτικής Επιτροπής

Διαβούλευση με την Τουρκία όταν η Ε.Ε. αντιμετωπίζει δράση κοντά στην Τουρκία ή σε περιοχές στρατηγικής σημασίας για αυτή.

Κατάργηση διάκρισης στρατιωτικών και πολιτικών επιχειρήσεων και αυξημένες διμερείς επαφές για διαχείριση κρίσεων.

Τουρκική παρουσία στο αρχηγείο επιχειρήσεων της Ε.Ε., εφόσον η Τουρκία συμβάλει.

Τουρκική συμμετοχή στο έργο της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Υπηρεσίας.

Συμφωνία Ασφάλειας Τουρκίας και Ε.Ε. για το μοίρασμα πληροφοριών και την ασφάλεια επικοινωνιών.

Δημιουργία Επιτροπής Συμβαλλόντων στις επιχειρήσεις στο επιχειρησιακό πεδίο που θα αποφασίζει για την καθημερινή διαχείριση και τον στρατηγικό προσανατολισμό της επιχείρησης κ.λπ.

Αν διερωτάσθε κατά πόσον η Λαίδη Άστον θα έχει το δικαίωμα να φτερνίζεται χωρίς να εγκρίνουν την ενέργεια αυτή ο πρωθυπουργός Ερντογάν, ο πρόεδρος Γκιουλ και το Γενικό Επιτελείο, σας απαντούμε ευθέως ότι δεν το γνωρίζουμε, γιατί η έκθεση δεν το διευκρινίζει.


Και η ενταξιακή πορεία;

Η έκθεση του Carnegie δεν παραλείπει να αναφέρει τα εμπόδια που έχουν προκληθεί στην τουρκική ενταξιακή διαδικασία εξαιτίας ιδίως του άλυτου Κυπριακού και της άρνησης της Άγκυρας να εφαρμόσει το τελωνειακό πρωτόκολλο.

Βεβαίως, ουδεμία αναφορά γίνεται στις τουρκικές ευθύνες ή στην εξωφρενική κατάσταση μιας υποψήφιας χώρας μέλους που κατέχει στρατιωτικά έδαφος ενός κράτους της Ε.Ε., το οποίο μάλιστα δεν αναγνωρίζει. Στην πραγματικότητα το παράδοξο δεν είναι που δεν ανοίγουν τα μισά κεφάλαια της διαπραγμάτευσης, παράδοξο είναι ότι άρχισαν υπ' αυτές τις συνθήκες οι διαπραγματεύσεις, Παράδοξο αρκούντως εξευτελιστικό για την Ε.Ε., όπως και για την Ελλάδα και την Κύπρο.

Ανεξαρτήτως καθυστερήσεων, πάντως, η έκθεση ξεκαθαρίζει ότι, παρά τα κυπριακά εμπόδια, τις διενέξεις με το Ισραήλ, τα γαλλογερμανικά εμπόδια, η ένταξη της Άγκυρας παραμένει κεντρική επιδίωξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της ένταξης, υποστηρίζει η έκθεση, που υποστηρίζει ότι μπορούν να συμβούν διάφορα, όπως μια λύση του Κυπριακού (δεν κάνει όμως καμία μνεία του πώς ελπίζει ότι θα επέλθει) ή μια αλλαγή Προέδρου στο Παρίσι το 2012.

Η πιθανότητα να ενταχθεί η Τουρκία στην Ε.Ε. μοιάζει πολύ απομακρυσμένη σήμερα. Δεν πρέπει όμως κανείς να υποτιμά αφενός τον θεσμικό αυτοματισμό της Ε.Ε., αφετέρου τις δυσκολίες που έχει οποιοδήποτε μέλος της Ε.Ε. να πει ένα ξεκάθαρο όχι. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο επίτροπος Μπολκεστάιν, φεύγοντας θυμωμένος από τη συνεδρίαση της Κομισιόν που αποφάσισε την ανακήρυξη της Τουρκίας σε υποψήφια για την Ε.Ε., «η Ευρώπη έχει χάσει την ικανότητα να λέει όχι».

Να θυμίσουμε στο σημείο αυτό ότι τόσο ο Ομπάμα όσο και ο υπουργός Άμυνας Γκέιτς, απαντώντας το 2010 στα αντιτουρκικά σχόλια με αφορμή τη στροφή προς το Ιράν και τη σύγκρουση στη Γάζα, κατηγόρησαν τους Ευρωπαίους ότι ευθύνονται για την ανατολική στροφή της Άγκυρας κωλυσιεργώντας να υποδεχθούν την Τουρκία στην αγκαλιά τους.

Παρά την ανησυχία της Ουάσιγκτον και του Ισραήλ για τις αναπτυσσόμενες σχέσεις της Άγκυρας με την Τεχεράνη, τη Μόσχα, τη Χαμάς και τη Χεζμπολά, οι ΗΠΑ δεν μπορούν εύκολα να πουν «χάσαμε την Τουρκία» και να ενεργήσουν ανάλογα χωρίς τον κίνδυνο να βρεθούν απομονωμένες, κατά τρόπο που δεν βρέθηκαν ποτέ, σε όλο τον αραβομουσουλμανικό κόσμο. Θα ήταν άλλωστε επιπόλαιο να συμπεράνουν από τώρα «ότι έχασαν την Τουρκία».

Πολλοί παρατηρητές πιστεύουν μάλιστα ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο Ερντογάν είπε στο Ισραήλ αυτά που ήθελε να πει ο Ομπάμα αλλά δεν μπορούσε.

Το ισραηλινό λόμπι παραμένει πάντα ισχυρότατη συνιστώσα του αυτοκρατορικού πυρήνα εξουσίας, η πολιτική όμως ενός Ισραήλ που, διπλωματικά απομονωμένο περισσότερο από ποτέ άλλοτε στην ιστορία του, κυβερνώμενο ουσιαστικά από την άκρα δεξιά, ονειρευόμενο διαρκώς νέους πολέμους, έχει δημιουργήσει τεράστια υπόκωφη αντιπάθεια, αλλά και σοβαρές διαμάχες στο εσωτερικό του ισχυρότατου εβραϊσμού της διασποράς.

(Φαινόμενα που πρέπει επίσης να πάρουν υπόψιν διάφοροι φιλόδοξοι, αλλά απλοϊκοί «σχεδιαστές» πολιτικής στη Λευκωσία, υπογραμμίζουν πεπειραμένοι διπλωμάτες).

Η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. θεωρείται πάντα από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία ο αποτελεσματικότερος τρόπος να «δεθεί» η Άγκυρα στις δυτικές πολιτικές δομές και να δοθεί η χαριστική βολή σε κάθε λανθάνουσα ευρωπαϊκή φιλοδοξία αληθινής πολιτικής ένωσης και χειραφέτησης από την Ουάσιγκτον.

Συνολικά η διεύρυνση της Ε.Ε. έχει μέχρι τώρα αποβεί το κεντρικό εργαλείο των ΗΠΑ για τη γεωπολιτική εξάρτηση της Ευρώπης από το ΝΑΤΟ και των νεοφιλελεύθερων, που επιδιώκουν, με τη συμπερίληψη όλο και ευρύτερων χωρών χαμηλού εργατικού κόστους, αντί να κάνουν τη Βουλγαρία Ελλάδα και την Ελλάδα Γαλλία, να πετύχουν το αντίστροφο, να διαλύσουν το κοινωνικό κράτος και τον πολιτισμό της Ευρώπης, όπερ και καταφέρνουν μέχρι τώρα, με τίμημα τη μεγαλύτερη κρίση της Ε.Ε. από την ίδρυσή της.

Τώρα γιατί στην Ελλάδα, πολλές βιομηχανίες της οποίας μετανάστευσαν στη Βουλγαρία μετά την ένταξη της τελευταίας, δεν έγινε ποτέ καμία σοβαρή συζήτηση για τη σκοπιμότητα της διεύρυνσης, ανάγεται μάλλον στη γνωστή ελληνική παθολογία. Ο κ. Δρούτσας πάντως, εκτός από τη συνάντηση Κορυφής Τουρκίας - Ε.Ε., προτείνει και συνάντηση κορυφής για τα δυτικά Βαλκάνια, το 2014, επί ελληνικής προεδρίας, τη «Θεσσαλονίκη ΙΙ».

Οι προτάσεις αυτές του επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας έχουν εντυπωσιάσει τους πάντες, ιδίως στην Ευρώπη, όπου, αντιμέτωποι με τη σοβαρότατη κρίση της υπάρχουσας Ε.Ε., το μόνο για το οποίο δεν θέλουν να ακούνε είναι για την ένταξη νέων μελών!

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στον «Κόσμο του Επενδυτή» στις 8 Ιανουαρίου 2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget