Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Αναλύοντας τη χρηματοπιστωτική συμφωνία της Συνόδου των Βρυξελλών



Του Πάνου Παναγιώτου*

Μέσα στα πλαίσια της συζήτησης για την αντιμετώπιση της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Ζαν Κλοντ Τρισέ είχε προτείνει οι μηχανισμοί στήριξης της ευρωζώνης να μπορούν να αγοράζουν ομόλογα που έχουν εκδοθεί στο παρελθόν, δηλαδή κρατικά ομόλογα από τη δευτερογενή αγορά. Αυτό ακριβώς κάνει η ΕΚΤ από τον Ιούνιο του 2009 μέχρι σήμερα έχοντας αγοράσει συνολικά περισσότερα από 77 δισ. ευρώ κρατικών ομολόγων της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, με τα στοιχεία και τις πληροφορίες να δείχνουν πως περίπου 40 δισ. ευρώ από αυτά είναι ελληνικά.

Με το πρόγραμμα της ΕΚΤ να έχει ήδη ξεπεράσει κατά πολύ τον αρχικό του στόχο τόσο ως προς το ύψος των ομολόγων που αγοράστηκαν όσο και ως προς τον χρόνο της εφαρμογής του, ακριβώς εξαιτίας της πραγματικής ανάγκης για περαιτέρω συνέχισή του, ο Τρισέ έδειξε πως επιθυμούσε οι δύο μηχανισμοί στήριξης να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο της ΕΚΤ ώστε αυτή να επιστρέψει στη θεσμοθετημένη δράση της, ενώ έλπιζε ότι θα μπορούσε να μεταφέρει από τα βιβλία της ΕΚΤ στους μηχανισμούς στήριξης τα ομόλογα που έχουν ήδη αγοραστεί ώστε να «καθαρίσει» την Τράπεζα από το «τοξικό» αυτό χρέος.



Γερμανικό «όχι» στην αγορά υπάρχοντος κρατικού χρέους – δυνατότητα αγοράς νέου χρέους

Αλλά η καγκελάριος Μέρκελ με την υποστήριξη του Νικολά Σαρκοζί είπε όχι σε αυτήν την πρόταση, με την αιτιολογία πως δεν πρέπει να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός μεταφοράς του χρέους από τις φτωχότερες προς τις πλουσιότερες χώρες της Ε.Ε. Αντ' αυτού συμφώνησε οι μηχανισμοί στήριξης να μπορούν να αγοράζουν νέα ομόλογα από την πρωτογενή αγορά.

Με τα λόγια της ίδιας της κυρίας Μέρκελ αυτή η δυνατότητα των μηχανισμών να αγοράζουν ομολόγα από την πρωτογενή αγορά «δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία γιατί δεν αλλάζει κάτι αν η Ιρλανδία – η Ιρλανδία είναι η μόνη χώρα στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) αυτή τη στιγμή – εκδώσει ομόλογα στην αγορά με την εγγύηση του EFSF – όπως γίνεται μέχρι σήμερα δηλαδή – ή αν το EFSF τα αγοράσει το ίδιο από την Ιρλανδία απευθείας, η διαφορά είναι άνευ σημασίας για την Ιρλανδία».

Πράγματι η νέα αυτή δυνατότητα την οποία θα έχουν οι δύο μηχανισμοί στήριξης, ο τρέχων, προσωρινός, που λήγει το 2013, και αυτός που θα τον αντικαταστήσει από το 2013 και μετά ως μόνιμος μηχανισμός στήριξης της Ε.Ε., δεν αλλάζει κάτι επί της ουσίας για τα κράτη που προσφεύγουν σε αυτόν καθώς ισχύουν όλα όσα και πριν, δηλαδή η ανάγκη υποβολής αίτησης από την εκάστοτε χώρα για προσφυγή στο μηχανισμό, η συζήτηση από τα κράτη μέλη της Ε.Ε. της αίτησης και η έγκριση ή η απόρριψη της, η απόφαση για το ύψος του δανείου που θα παρασχεθεί αν η αίτηση εγκριθεί και η απόφαση για το πρόγραμμα και τα μέτρα που θα το συνοδεύουν, η εποπτεία της σωστής εφαρμογής του προγράμματος κ.λπ.

Αυτό που συμβαίνει είναι, αντί ο μηχανισμός στήριξης να λειτουργεί ως εγγυητής του δανείου ώστε να επιτυγχάνεται το χαμηλότερο επιτόκιο στα ομόλογα που θα εκδίδει το κράτος που έχει προσφύγει σε αυτό, να έχει επιπλέον τη δυνατότητα, αν χρειαστεί, να αγοράσει απ' ευθείας τα ομόλογα από το κράτος. Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση, το κράτος θα λάβει το ίδιο ποσό, με το ίδιο επιτόκιο και με τους ίδιους όρους.



Συνέπειες του γερμανικού «όχι»

Με τους μηχανισμούς στήριξης, ωστόσο, να μην έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν ομόλογα από τη δευτερογενή αγορά, η ευθύνη της παρέμβασης σε αυτήν προκειμένου να συγκρατηθούν τα επιτόκια των ομολόγων των κρατών υπό χρηματοπιστωτική πίεση παραμένει αποκλειστικά στην ΕΚΤ.

Καθώς το επιτόκιο των ομολόγων αυξάνεται όσο η τιμή του πέφτει και δεδομένου ότι η τιμή του ομολόγου πέφτει όταν καταγράφονται πωλήσεις σε ολοένα και χαμηλότερες τιμές, αν δεν υπήρχε η ΕΚΤ να έχει αγοράσει ελληνικά ομόλογα ύψους 40, περίπου, δισ. ευρώ απορροφώντας έτσι ένα πολύ μεγάλο μέρος των πιέσεων, τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων θα ήταν κατά πολύ υψηλότερα από τα τρέχοντα (τα οποία ήδη βρίσκονται σε ευρωπαϊκά ιστορικά υψηλά επίπεδα) και η τιμή τους κατά πολύ χαμηλότερη (τα 10ετή ελληνικά ομόλογα ήδη αποτιμώνται στα 65 σεντ στο ευρώ με τα 30ετή στα 55 σεντ στο ευρώ).

Αλλά, και αν δεν ήταν η ΕΚΤ να παρεμβαίνει κατά τη διάρκεια κρίσεων, όπως η ιρλανδική, βάζοντας μία ασπίδα στις κερδοσκοπικές πωλήσεις ελληνικών ομολόγων ή ακόμη και να υποστηρίζει τις δημοπρασίες ομολόγων κρατών με πρόβλημα χρέους, τότε η Ελλάδα πιθανώς να αδυνατούσε να δανειστεί ακόμη και σε ορίζοντα εξαμήνου, ενώ η Πορτογαλία θα είχε ήδη προ πολλού οδηγηθεί στο μηχανισμό στήριξης.

Έτσι η άρνηση της Γερμανίας να επιτρέψει στους μηχανισμούς στήριξης να αγοράσουν ομόλογα στη δευτερογενή αγορά συνεπάγεται πως η ΕΚΤ θα πρέπει να συνεχίσει να παρεμβαίνει σε αυτήν αν είναι να αποτρέψει μία περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων και να εμποδίσει την επιδείνωση της κρίσης και τη μετάδοσή της και σε άλλες χώρες.

Όμως, η ΕΚΤ έχει ήδη δηλώσει ότι επιθυμεί να απεμπλακεί από αυτήν τη διαδικασία και βρίσκεται κοντά στα όρια της αντοχής της ως αποθήκης «τοξικών» ομολόγων.

Αυτό συνεπάγεται ότι, ελλείψει ενός νέου μηχανισμού παρέμβασης στη δευτερογενή αγορά ομολόγων ώστε να απορροφά τις χρηματοπιστωτικές πιέσεις και δεδομένης της σταδιακής αποκλιμάκωσης της έντασης με την οποία παρεμβαίνει η ΕΚΤ, η ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων κινδυνεύει να μείνει χωρίς «προστάτη» για πρώτη φορά από την αρχή της κρίσης, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τις τιμές των επιτοκίων των ομολόγων των αδύναμων χρηματοπιστωτικά κρατών.

Έτσι, υπ' αυτήν την έννοια, η δυνατότητα των μηχανισμών να αγοράζουν ομόλογα από την πρωτογενή αγορά δεν φαίνεται να βοηθά ουσιαστικά στην αποκλιμάκωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης και στη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα επιτρέψουν στην Ελλάδα και στην Ιρλανδία να επανέλθουν στις αγορές κεφαλαίων.

Επιπλέον, εφόσον αποκλείστηκε η δυνατότητα των μηχανισμών να αγοράζουν ομόλογα από τη δευτερογενή αγορά αλλά και να δανείζουν χρήματα στις χώρες ώστε να επαναγοράσουν το υποτιμημένο στη δευτερογενή αγορά χρέος τους, αποκλείστηκε μία επιλογή που θα βοηθούσε προς την κατεύθυνση της μείωσης τους χρέους, κάτι που είναι και το ζητούμενο.



Επιτόκιο ελληνικού δανείου 80 δισ. ευρώ

Ειδικά για την Ελλάδα εγκρίθηκε η μείωση του επιτοκίου του δανείου των 80 δισ. ευρώ από την Ε.Ε. κατά 1%, μέσω της μείωσης της προσαύξησης στο euribor (ευρωπαϊκό επιτόκιο) από 3% σε 2%. Όμως καθώς το επιτόκιο των ελληνικών δανείων είναι προς το παρόν κυμαινόμενο και το euribor έχει ήδη αυξηθεί από το 0,65%, περίπου, όταν υπογράφηκε το Μνημόνιο στο 1,17% σήμερα, η Ελλάδα πλήρωνε, ήδη, 0,50% περισσότερο σήμερα απ' ό,τι πριν από 9 μήνες.

Ακόμη, καθώς το επιτόκιο των δανείων είναι εξαρτημένο από το euribor και το τελευταίο επηρεάζεται από τις αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ, δηλαδή την από τη Γερμανία ελεγχόμενη επιτοκιακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αυτό σημαίνει πως κάθε φορά που η ΕΚΤ θα προβαίνει σε αύξηση επιτοκίων για να αντιμετωπίσει τις πληθωριστικές πιέσεις από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται αυτές – αύξηση των τιμών του πετρελαίου, μεγάλη ανάπτυξη της Γερμανίας κ.λπ. – θα ακολουθεί στην αύξηση και το επιτόκιο του ελληνικού δανείου.

Με τις μέχρι σήμερα εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό και με τις ανακοινώσεις της ΕΚΤ για επερχόμενη αύξηση των επιτοκίων του ευρώ από τον Απρίλιο και τις δηλώσεις της γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας ότι είναι πιθανόν να χρειαστούν ακόμη και τρεις αυξήσεις επιτοκίων στο 2011, η τρέχουσα ανοδική τάση του euribor αναμένεται να συνεχιστεί και μέχρι το τέλος του έτους το κέρδος από τη μείωση του επιτοκίου του ελληνικού δανείου κατά 1% απειλείται να έχει χαθεί εξ ολοκλήρου.

Έτσι σε καμία περίπτωση δεν είναι σίγουρο ότι η Ελλάδα θα εξοικονομήσει 6 δισ. από αυτήν τη μείωση, αλλά είναι πιθανό σε βάθος χρόνου να φανεί ότι το δάνειο θα κοστίσει περισσότερο απ' όσο υπολογίζεται από την κυβέρνηση, παρά το γεγονός της μείωσης του κατά 1%.

Επιπλέον, στο Μνημόνιο αναφέρεται ότι τα δάνεια μετά την τριετία θα επιβαρύνονται με επιπλέον 1%. Αν αυτό εξακολουθεί να ισχύει, τότε ουσιαστικά ακυρώθηκε η επιπλέον ποινή και διατηρήθηκε το αρχικό επιτόκιο, οπότε τότε δεν τίθεται καν θέμα εξοικονόμησης ούτε ενός ευρώ σε σχέση με το αρχικό κόστος του δανείου.



Γιατί μειώθηκε το επιτόκιο και επιμηκύνθηκε η περίοδος αποπληρωμής του δανείου της Ε.Ε.;

Το κυριότερο, όμως, η μείωση αυτή του επιτοκίου του ελληνικού δανείου των 80 δισ. δεν συνέβη επειδή η Ελλάδα πέτυχε την πλήρη εφαρμογή των μέτρων που έπρεπε να λάβει μέχρι στιγμής ούτε και παραχωρήθηκε ως έπαινος ή ως πράξη αλληλεγγύης για τις θυσίες που έχει κάνει ο ελληνικός λαός τον τελευταίο χρόνο και ιδιαίτερα μετά την υπογραφή του Μνημονίου.

Η κυρία Μέρκελ εξηγεί ότι η μείωση του επιτοκίου έγινε γιατί «η Ελλάδα είναι έτοιμη να λάβει περαιτέρω μέτρα συμπεριλαμβανομένου ενός πακέτου επιπλέον ιδιωτικοποιήσεων ύψους 50 δισ. ευρώ. Επιπλέον θα προσθέσει σκληρούς κανόνες για το χρέος της στη νομοθεσία της».

Έτσι το επιτόκιο του ελληνικού δανείου μειώθηκε διότι αυξήθηκαν οι δεσμεύσεις από την πλευρά της Ελλάδας, οι οποίες και αντισταθμίζουν το ρίσκο μη αποπληρωμής του, το οποίο ανέλαβαν οι δανειστές. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι πως το ύψος του επιτοκίου που συνοδεύει ένα κρατικό δάνειο αποτυπώνει τον βαθμό εμπιστοσύνης που έχουν οι δανειστές στη χώρα που το λαμβάνει και συμπεριλαμβάνει την εκτίμηση των δανειστών για το ρίσκο μη αποπληρωμής του δανείου.

Το γεγονός ότι η Ε.Ε. συμφώνησε να δανείσει κεφάλαια στην Ελλάδα με επιτόκιο 4,2% για διάστημα 3 ετών την ώρα που το επιτόκιο του τριετούς ελληνικού ομολόγου είχε απογειωθεί στο 17%, δεν συνέβη επειδή η Ε.Ε. εμπιστεύτηκε την Ελλάδα περισσότερο απ' ό,τι οι αγορές και γιατί αξιολόγησε ότι το ρίσκο μη αποπληρωμής του δανείου ήταν μικρότερο απ' όσο το είχαν αξιολογήσει οι αγορές, αλλά επειδή υπέγραψε σύμβαση με τη Ελλάδα – το Μνημόνιο – στην οποία εξασφάλιζε το δάνειο με ενέχυρο και εμπράγματες ασφάλειες επί της περιουσίας του ελληνικού δημοσίου και ακόμη γιατί το δάνειο συνοδεύτηκε από ένα πρόγραμμα υπό την εποπτεία των δανειστών, το οποίο έχει στόχο να εξασφαλίσει πάση θυσία την αποπληρωμή του.

Είναι ο θεαματικά αυξημένος βαθμός εξασφάλισης των Ευρωπαίων δανειστών μας που μείωσε το ύψος του επιτοκίου του δανείου που μας παρείχαν έναντι του αντίστοιχου σε εκείνη τη φάση στις αγορές, δεδομένου ότι μία κανονική δημοπρασία κρατικών ομολόγων δεν συνοδεύεται από συμβόλαιο με τους αγοραστές ομολόγων και φυσικά ούτε από εμπράγματες ασφάλειες επί της δημόσιας περιουσίας.

Με την ίδια ακριβώς λογική και όπως ξεκάθαρα υποστήριξε η κυρία Μέρκελ, η Ελλάδα πέτυχε τη μείωση του κόστους των δανείων της κατά 1% επειδή συμφώνησε να «αξιοποιήσει» περιουσία του δημοσίου ύψους 50 δισ. με την υποχρέωση λήψης επιπλέον μέτρων, κάτι το οποίο αυξάνει την ικανότητα αποπληρωμής του δανείου των 80 δισ. και άρα προκαλεί αυτόματα μείωση του επιτοκίου του.

Η Ελλάδα δεν κέρδισε τη μείωση του κόστους του δανείου αλλά την «αγόρασε» με βαρύ τίμημα. Μάλιστα η μείωση συνοδεύτηκε από επιμήκυνση και αυτό αυξάνει τη βαρύτητά της. Αυτό γιατί είναι διαφορετικό να μειωθεί το επιτόκιο και η διάρκεια λήξης του δανείου να παραμείνει στα 3 έτη, οπότε το νέο επιτόκιο εξακολουθεί να αφορά ένα τριετές και άρα βραχυπρόθεσμο δάνειο, και διαφορετικό να γίνει ταυτόχρονα μείωση του επιτοκίου και αύξηση της περιόδου λήξης του, με αποτέλεσμα, στην περίπτωση της Ελλάδας, το δάνειο να μετατραπεί πλέον σε 10ετές.

Αυτό σημαίνει πως, για να πετύχει η Ελλάδα να δανειστεί τα 80 δισ. με επιτόκιο, περίπου, μεταξύ 3,20% - 6% (σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν σχετικά παραπάνω) σε ορίζοντα 10ετίας, συμφώνησε να υπογράψει το αρχικό Μνημόνιο και όλα τα επικαιροποιημένα στη συνέχεια, να εξασφαλίσει τους δανειστές με εμπράγματες ασφάλειες για το σύνολο του δανείου επί τις περιουσίας του δημοσίου, να τους δώσει την εποπτεία της εφαρμογής των όρων του Μνημονίου και την άδεια παρέμβασης κατά το δοκούν, να συμφωνήσει στην αξιολόγησή της προκειμένου να λαμβάνει την κάθε επόμενη δόση του δανείου και πλέον να συμφωνήσει σε ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων μαμούθ, ύψους 50 δισ. ευρώ, και στη λήψη νέων μέτρων αλλά και να συμφωνήσει σε όσα επιτάσσονται στο Σύμφωνο για το Ευρώ.

Μάλιστα, σύμφωνα με τις γερμανικές εφημερίδες Bild, Frankfurter Allgemeine και Welt, «ο Παπανδρέου υποσχέθηκε να πουλήσει κρατική περιουσία ύψους 50 δισ. ευρώ», φράση η οποία είχε ειπωθεί και διά στόματος των ιθυνόντων της Τρόικας προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση της κυβέρνησης, χωρίς να έχει αποκλειστεί, ωστόσο, μέχρι σήμερα ότι θα υπάρξει και πώληση κρατικής περιουσίας.



Χρέος

Ακόμη και αν η Ελλάδα εξασφαλίσει, όντως, 50 δισ. από την αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας – κάτι που θεωρείται απίθανο, με τους πιο αισιόδοξους ρεαλιστικούς στόχους να το αποτιμούν στα 20 δισ. ευρώ – και λαμβάνοντας υπόψη και τα οφέλη της επιμήκυνσης στο ύψος του χρέους τα προσεχή χρόνια καθώς η αποπληρωμή του δανείου θα ξεκινήσει πλέον αργότερα, στις αρχές του 2015 το ελληνικό χρέος εκτιμάται πως θα ανέρχεται στα 300 δισ. ευρώ, δηλαδή όσο ήταν και στις αρχές του 2010, όταν η χώρα προσέφυγε στο μηχανισμό στήριξης. Ακόμη και με την καταγραφή πρωτογενούς πλεονάσματος, θα είναι δυσβάσταχτο και όχι απαραίτητα βιώσιμο.

Δεδομένου, επίσης, ότι η μοναδική μείωση του χρέους που θα μπορούσε να προκύψει από τη Χρηματοπιστωτική Συμφωνία της 11ης Μαρτίου προέρχεται από τη μείωση του επιτοκίου και από την αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, ακόμη και αν οι προβλέψεις της κυβέρνησης για εξοικονόμηση 6 δισ. ευρώ από το πρώτο επαληθευτούν – κάτι που αμφισβητείται – η μείωση θα αντιστοιχεί στο 1,5% επί του συνόλου του χρέους όπως αυτό θα έχει διαμορφωθεί το 2015.

Αν λάβουμε υπόψη μας το σημερινό χρέος και θεωρήσουμε ότι οι ιδιωτικοποιήσεις ύψους 50 δισ. λάβουν χώρα αυθημερόν, τότε η μείωση του είναι της τάξης του 14,3% και όχι του 20% όπως αναφέρει η κυβέρνηση. Σε κανένα από τα επόμενα έτη η μείωση του χρέους κατά 50 δισ. δεν αντιστοιχεί στο 20% του συνολικού χρέους όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση.



Επιστροφή στις αγορές το 2012 – δανεισμός από το EFSF

Η Ελλάδα πρέπει να δανειστεί το 2012 περίπου 66 δισ. ευρώ και τα 25 από αυτά, σύμφωνα με το Μνημόνιο, από τις αγορές κεφαλαίων. Μετά την επιμήκυνση το ποσό αυτό μειώνεται κατά 6 δισ. περίπου, δηλαδή εκτιμάται ότι η Ελλάδα θα πρέπει να αντλήσει από τις αγορές περίπου 19 δισ. ευρώ το επόμενο έτος.

Με τα τρέχοντα επιτόκια σε ευρωπαϊκά ιστορικά υψηλά επίπεδα (το 10ετές κοντά στο 13%, το τριετές πάνω από 18%) είναι πολύ πιθανό η Ελλάδα να μην μπορέσει να επιστρέψει στις αγορές το 2012. Πώς θα μπορέσει τότε να αντλήσει κεφάλαια;

Ένας τρόπος είναι μέσω τίτλων εξαμήνου και τριμήνου, αλλά αυτό ουσιαστικά συνεπάγεται τη μεταφορά του χρέους σε στενά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και δεν αποτελεί ουσιαστική λύση, ενώ είναι και πολύ επικίνδυνη γιατί, αν τα επιτόκια των τίτλων αυτών αυξηθούν πάνω από ένα όριο, στο οποίο έχουμε ήδη πλησιάσει, τότε το κόστος θα είναι πολύ απαγορευτικό ακόμη και γι' αυτού του είδους τον δανεισμό.

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα, η κυβέρνηση σκέφτεται να χρησιμοποιήσει τον μηχανισμό στήριξης (EFSF) και να στραφεί σε αυτόν ζητώντας να αγοράσει κρατικά ομόλογα που θα εκδώσει στην πρωτογενή αγορά.

Όμως, αυτό κατ' αρχήν αντιστοιχεί με νέο δάνειο, το οποίο, μάλιστα, θα έχει διαφορετικό επιτόκιο από το πρώτο αν εγκριθεί, κάτι που για να συμβεί θα πρέπει η Ελλάδα επισήμως να προσφύγει στο EFSF, οι χώρες της Ε.Ε. να συμφωνήσουν να της παράσχουν και νέο δάνειο και φυσικά αυτό να συνοδευτεί, όπως ορίζει ο κανονισμός του Ταμείου, από συγκεκριμένους όρους και μέτρα, δηλαδή από ένα επιπρόσθετο Μνημόνιο.

Ακόμη και αν ξεπεραστούν τα παραπάνω προβλήματα, η Ελλάδα θα βρεθεί να αντλεί κεφάλαια από δύο μηχανισμούς στήριξης και εδώ είναι που λέει το ρητό «να τα εκατοστήσει».



Δανεισμός από το Μόνιμο Μηχανισμό στήριξης το 2013 – αναδιάρθρωση

Αν κάτω από αυτές τις συνθήκες αποτύχει να επιστρέψει στις αγορές και το 2013, τότε η Ελλάδα θα χρειαστεί πλέον να υπαχθεί στον Μόνιμο Μηχανισμό στήριξης, για τον οποίο, όμως, η Μέρκελ εξήγησε είπε «ότι οι κάτοχοι ομολόγων θα πρέπει να είναι έτοιμοι να συμμετάσχουν στο κόστος προγραμμάτων σωτηρίας - οικονομικής στήριξης μετά το 2013 μέσω του μόνιμου μηχανισμού στήριξης», κάτι που συνεπάγεται ότι εκεί η ευρωπαϊκή βοήθεια θα προϋποθέτει και τη διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους δανειστές της για αναδιάρθρωση του χρέους της.

Με τις τιμές των ελληνικών ομολόγων μεταξύ 50 και 60 σεντ στο ευρώ, ίσως τότε οι δανειστές αποδεχτούν ένα «κούρεμα» της τάξης του 30%.



Η πραγματική αιτία της παροχής στους μηχανισμούς στήριξης της δυνατότητας αγοράς ομολόγων απευθείας από τα κράτη

Η καγκελάριος Μέρκελ παραδέχτηκε πως το να επιτραπεί στους μηχανισμούς στήριξης να αγοράζουν κρατικά ομόλογα κατευθείαν από τα κράτη δεν αλλάζει κάτι για τον αποδέκτη των χρημάτων. Αυτό, όμως, ισχύει όσο οι μηχανισμοί στήριξης μπορούν να εξασφαλίσουν δανεισμό για τα κράτη που έχουν προσφύγει σε αυτούς μέσω της άντλησης κεφαλαίων από τις αγορές.

Τι θα συμβεί, όμως, στην περίπτωση που μία αναδιάρθρωση χρέους της Ελλάδας τρομοκρατήσει τις αγορές τόσο που ούτε οι μηχανισμοί στήριξης δεν θα μπορούν να εξασφαλίσουν την άντληση κεφαλαίων από αυτές με χαμηλό επιτόκιο για χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και πιθανώς ακόμη και Ισπανία και η Ιταλία; Εδώ έρχεται η δυνατότητα αγοράς ομολόγων απευθείας από τα κράτη να τα προστατέψει κατά τη διάρκεια μίας τέτοιας περιόδου χρηματοπιστωτικής θύελλας.

Ο Άντρου Μπόσομγουρθ, διαχειριστής κεφαλαίων της PIMCO (μεγαλύτερου επενδυτικού σχήματος διεθνώς στην αγορά ομολόγων) και πρώην οικονομολόγος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, λέει σχετικά στο Bloomberg πως η συμφωνία περιλαμβάνει σημαντικά στοιχεία μίας ασπίδας που θα μπορούσε να σταματήσει την κρίση από το να επιδεινωθεί, επιτρέποντας στον μηχανισμό στήριξης να αγοράσει ομόλογα απευθείας από τα κράτη στην πρωτογενή αγορά, λειτουργώντας ως φρένο στη χρηματοπιστωτική αστάθεια στην περίπτωση που μία αναδιάρθρωση ελληνικού χρέους τρομοκρατήσει τις αγορές και απειλήσει να εκτροχιάσει τις δημοπρασίες κρατικών ομολόγων.

Έτσι η δυνατότητα από τους μηχανισμούς στήριξης για αγορά ομολόγων απευθείας από τα κράτη συμφωνήθηκε για να προστατέψει τα υπόλοιπα ευπαθή κράτη της Ε.Ε. από μία ενδεχόμενη αναδιάρθρωση ελληνικού χρέους, ενώ κάτω από προϋποθέσεις ίσως επιτρέψει στην Ελλάδα να αντλήσει νέα δάνεια το 2012.

Τέλος, μία αναφορά για την ενίσχυση των μηχανισμών στήριξης: Σύμφωνα με γερμανικά δημοσιεύματα η Μέρκελ, ερωτηθείσα για το πότε αναμένεται να συμβεί αυτό, απάντησε ότι προς το παρόν δεν συντρέχει τέτοια ανάγκη και το πιθανότερο είναι μετά το 2013, κάτι που σημαίνει πως ουσιαστικά η Γερμανία θα έχει μηδενική επιβάρυνση για την ώρα.

* Διευθυντής GSTA/WTAEC 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget