Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Το υπερεθνικό νόμισμα που διχάζει


Τα δύο τρίτα των Γερμανών δεν θα έβλεπαν με καλό μάτι την επιστροφή στο μάρκο

Από Το Βήμα

Του Νίκου Χειλά

Στην αρχή ήταν το σεξ. «Το ευρώ είναι ε(υ)ρωτικό» έγραφε ένα γερμανικό ταμπλόιντ την 1η Ιανουαρίου 2002, την πρώτη ημέρα κυκλοφορίας του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος. Η διέγερση που προκαλεί είναι παρόμοια με τη σεξουαλική. Οι Γερμανοί «ηδονίζονται» και μόνο με τη θωριά του.

Η λάγνα ατμόσφαιρα όμως δεν κράτησε πολύ. Οι ανατιμήσεις και «στρογγυλοποιήσεις» των τιμών προς τα πάνω, ιδίως στα λαϊκά προϊόντα κατανάλωσης, προκάλεσαν αντιστροφή του κλίματος. Ήδη τον Μάρτιο του 2002 το κυρίαρχο σύνθημα ήταν: «Το ευρώ είν' ακριβό» (euro ist teuro). Η σεξουαλικότητα πήγε περίπατο. Και αυτό δεν άλλαξε έως σήμερα.


Τα φαινόμενα βέβαια απατούν. Το κοινό νόμισμα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, αποδείχθηκε πολύ λιγότερο πληθωριστικό από τα εθνικά. Στη Γερμανία, την περίοδο 1992-2001, δηλαδή τη δεκαετία πριν από την εισαγωγή του ευρώ, ο πληθωρισμός ανερχόταν στο 2,6% κατά μέσον όρο ετησίως, ενώ την αμέσως επόμενη δεκαετία (2002-2011) στο 1,6%. Το μάρκο ήταν λοιπόν σαφώς ακριβότερο από το ευρώ.

Αυτός είναι και ο λόγος που, παρά την όποια απογοήτευση ή οπτική απάτη στον τομέα των τιμών, το νέο νόμισμα παραμένει ευρύτερα αποδεκτό. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που έκανε το Κέντρο για τις Ευρωπαϊκές Πολιτικές Μελέτες (CEPS) των Βρυξελλών, σχεδόν τα δύο τρίτα των Γερμανών τάσσονται υπέρ της διατήρησης του ευρώ. Οι ίδιοι δεν θα έβλεπαν με καλό μάτι την επιστροφή στο μάρκο ή την αντικατάστασή του από ένα άλλο κοινό νόμισμα του ευρωπαϊκού Βορρά.

Η στάση αυτή δείχνει ότι το ευρώ, αν και δεν έλκει πλέον ερωτικά, έχει ρίξει ρίζες στο συλλογικό υποσυνείδητο. Αλλά όχι μόνο. Τα πλεονεκτήματά του γίνονται πλέον και συνειδητά εμφανή. Και αυτό εξουδετερώνει ή τουλάχιστον μετριάζει τη δυσπιστία που προκαλεί η ήδη τριετής κρίση του.


Το ευρώ – ένα μεταβαπτισμένο μάρκο;

Σε αυτό πρέπει να προστεθεί και η παραδοσιακή πεποίθηση ότι το ευρώ είναι γέννημα - θρέμμα της Γερμανίας – κάτι σαν ένα μεταβαπτισμένο μάρκο. Και αυτό όχι μόνον επειδή η ονομασία του οφείλεται στον πρώην υπουργό Οικονομικών Τέο Βάιγκελ. Αλλά και επειδή η επιρροή της δεύτερης «μητέρας» του, της Γαλλίας, μειώνεται με τον καιρό όλο και περισσότερο – με ανάλογη προσαύξηση της γερμανικής.

Η δυσανάλογη γερμανική υπεροχή υπήρχε βέβαια από την αρχή. Ήδη το 2002 η Γερμανία ήταν η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Αυτό αποτυπώνεται σε δύο χαρακτηριστικά νούμερα:

Πρώτον, στον όγκο του χρήματος. Από τα 632 δισ. ευρώ που κυκλοφόρησαν στις αρχές του 2002 στην ευρωζώνη το 40% εξ αυτών διατέθηκαν στη Γερμανία.

Δεύτερον, στα κεφάλαια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) το ποσοστό της Γερμανίας (18,9%) είναι κατά πολύ υψηλότερο από όλα τα άλλα (Γαλλία 14,2%, Ιταλία 12,5%, Ισπανία 8,5%), παρ' όλο που κι αυτό δεν αποδίδει πλήρως τη σαφώς μεγαλύτερη πραγματική της δύναμη.

Η τελευταία ανακλάται πολύ πιο πιστά στο ευρωπαϊκό ταμείο στήριξης ESM, που σχεδιάζεται να μπει σε λειτουργία στα μέσα του 2012. Το ποσοστό της Γερμανίας φτάνει εδώ το 27,1%.


«Φθηνή νομισματική ένωση»

Από άποψη κόστους και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας εκείνο που μετρά είναι οι χαμηλές αμοιβές. Και σε αυτό η Γερμανία αναδείχθηκε, τελευταία, σε πρωταθλήτρια Ευρώπης. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ιδρύματος Hans Böckler Stiftung του Ντύσελντορφ, οι Γερμανοί ανακάλυψαν εκ νέου τη βραδύτητα στον μισθολογικό τομέα. Την τελευταία δεκαετία η αύξηση μισθών στη Γερμανία ήταν 1,6% ετησίως, στην ευρωζώνη 2,8%, στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 3,3%.

Στη νέα βραδύτητα συνέβαλε και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, που επέβαλε το 2002-2003 η κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών - Πρασίνων υπό τον καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ. Με τελική συνέπεια η Γερμανία να έχει σήμερα τους περισσότερους χαμηλόμισθους στην Ευρώπη, ήτοι το 21,5% του συνόλου των εργαζομένων της, που είναι και από τους πιο κακοπληρωμένους: το εισόδημά τους έπεσε τα δέκα τελευταία χρόνια κατά 18%.

Το συμπέρασμα των ειδικών: Η επιτυχία της γερμανικής οικονομίας οφείλεται εν πολλοίς στον αθέμιτο ανταγωνισμό στον τομέα των μισθών και αμοιβών.

Συνοπτικά, αυτό αποτυπώνεται στην εξής τριπλή εξίσωση: Ό,τι είναι καλό για τους Γερμανούς εξαγωγείς είναι κακό για τους χαμηλόμισθους, είναι χειρότερο για τις χώρες εισαγωγής και χείριστο για την ευρωζώνη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget