Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Το τέλος (;) του global banking



Από τους Financial Times (via Euro2day)

Του John Gapper

Τρία χρόνια αφότου ο πλανήτης ήρθε στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης, οι τράπεζες εξακολουθούν να πάσχουν από βαριά προβλήματα. Αντί να ανακάμψουν από τις απώλειες, όπως ήταν λογικό, αντιμετωπίζουν την καταστροφική κρίση χρεών στην Ευρώπη.

Την ίδια ώρα, η κρίση νομιμότητας του καπιταλισμού επεκτείνεται συνέχεια μετά το 2008, όπως ακριβώς το κίνημα Occupy Wall Street επεκτάθηκε και από το αρχικό επίκεντρο κατά των τραπεζικών διασώσεων και των τραπεζικών παχυλών μπόνους έχει γίνει παγκόσμιο σημείο αναφοράς για την αγανάκτηση του «99%». Όμως, η κρίση ξεκίνησε μέσα από τις τράπεζες και η καρδιά της εξακολουθεί να χτυπά εκεί.


Τα προβλήματα των τραπεζών προχωρούν πολύ πέρα από τα χρηματοπιστωτικά. Στις δεκαετίες '90 και '00, οι τράπεζες έγιναν η καθοδηγητική δύναμη των δυτικών οικονομιών. Το μερίδιό τους στο ΑΕΠ αυξήθηκε κατακόρυφα.

Οι τράπεζες της Wall Street, όπως η Goldman Sachs επέκτειναν την παρουσία τους στην Ευρώπη και στην Ασία. Τα όρια ανάμεσα στις εμπορικές και στις επενδυτικές τραπεζικές δραστηριότητες εξαφανίστηκαν και οι τραπεζίτες αμείφθηκαν αδρά και έφτασαν ακόμη και να δοξάζονται.

Σήμερα πολλοί ισχυρίζονται ότι οι τράπεζες ξέφυγαν από τη βασική κοινωνική τους λειτουργία – να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη παρέχοντας δάνεια, να κάνουν αναδοχές μετοχικών εκδόσεων και να συμβουλεύουν τις επιχειρήσεις – εξαιτίας της εγωιστικής προσπάθειας να βγάλουν χρήματα με κάθε δυνατό μέσο.

Η εχθρική συμπεριφορά απέναντί τους διογκώθηκε εξαιτίας των πρακτικών μισθοδοσίας που αναπτύχθηκαν στη Wall Street και στο City του Λονδίνου μετά την απελευθέρωση στις δεκαετίες '70 και '80 πληρώνοντας τεράστια μπόνους σε επενδυτικούς τραπεζίτες και traders.

Αν δεν βρουν έναν τρόπο να επιδείξουν ξεκάθαρα τη χρησιμότητά τους και να περιορίσουν τις συνήθειες που εξοργίζουν τον κόσμο, θα έρθουν αντιμέτωπες με έναν μακρύ κι εξοντωτικό πόλεμο κατά των νέων ρυθμίσεων. Για τις οικονομίες, αυτό θα περιορίσει τις ευνοϊκές συνθήκες που δημιουργεί ένας ακμάζων και επικεντρωμένος τραπεζικός κλάδος.




Μεταθέτοντας - κρύβοντας τους κινδύνους

Επί μεγάλο χρονικό διάστημα, οι τράπεζες είχαν καβαλήσει το κύμα ανάπτυξης στις πιστωτικές αγορές, με ώθηση από την ανάπτυξη στα παράγωγα προϊόντα, τη χαλάρωση των ρυθμίσεων και των κεφαλαιακών στάνταρ και την υπόσχεση ότι έχουν πια ξεφύγει από τη συνήθεια να χάνουν δισεκατομμύρια δολάρια στις περιόδους οικονομικής διολίσθησης.

Αποδείχθηκε όμως ότι οι περισσότεροι κίνδυνοι είχαν απλώς μετατεθεί ή έχουν αποκρυβεί, ακόμη και από τα ίδια τα διευθυντικά στελέχη τους. Όπως δήλωσε ο πρόεδρος της επιτροπής κεφαλαιαγοράς της Βρετανίας, Adair Turner, πέρσι, «ορισμένες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, αντί να προσθέτουν αξία μέσω των δυσνόητων λειτουργιών τους, στην ουσία προκαλεσαν χρηματοπιστωτική αστάθεια και οικονομικά προβλήματα».

Ήταν κίνδυνοι που πέρναγαν απαρατήρητοι. «Υπήρχε μια μαζική υπεραυτοπεποίθηση ότι οι κίνδυνοι έχουν μεταμορφωθεί και υπάρχει ένας νέος τραπεζικός παραδειγματισμός», αναφέρει ο Philip Augar, πρώην αναλυτής του City.

«Τα πράγματα έφτασαν στα άκρα εξαιτίας των κυβερνήσεων που άκουγαν τους επενδυτικούς τραπεζίτες και τους διόριζαν σε υψηλόβαθμες θέσεις. Εκείνοι τους έλεγαν ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να φύγουν από τα πόδια τους».

Οι τράπεζες που επαφίονταν σε μια ποικιλία δραστηριοτήτων για να βγάλουν λεφτά (σύμβουλοι εξαγορών και συγχωνεύσεων, αναδοχές εκδόσεων χρεογράφων) στράφηκαν μαζικά στις συναλλαγές χρεογράφων. Ο όγκος στις αγορές συναλλάγματος αυξήθηκε 234 φορές μεταξύ των ετών 1977 και 2010, ενώ οι συναλλαγές (trading) ειδικά σε ομόλογα και νομίσματα κατέλαβαν το 80% των εσόδων των μεγαλύτερων τραπεζών του πλανήτη το 2010.

Ο Thomas Philippon, καθηγητής στο Stern School του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκη, υπολογίζει ότι το μερίδιο των τραπεζών στο αμερικανικό ΑΕΠ αυξήθηκε από το 3% περίπου το 1950 στο 8% το 2010. Αντί, όμως, όπως έγινε στο λιανεμπόριο, η εντατικοποίηση της χρήσης της τεχνολογίας να αυξήσει την αποδοτικότητα, οι τράπεζες απλώς έγιναν μεγαλύτερες.

Αυτή η κατάσταση έφερε υψηλά κέρδη για ένα διάστημα, αλλά υπονόμευσε το επιχείρημα της χρησιμότητας των τραπεζών. Ο κ. Philippon αποδεικνύει ότι η ανάπτυξη στις συναλλαγές δεν συνοδεύτηκε ούτε από μεγάλη αύξηση στις αποτιμήσεις των χρηματιστηριακών αγορών ούτε από καλύτερη χρηματοπιστωτική ασφάλιση των εμπορικών επιχειρήσεων.

«Όσο πιο πολύ κοιτάω την ανάδειξη των συναλλαγών, τόσο καταλήγω στο ότι η κοινωνία δεν έχει τίποτα να κερδίσει από αυτήν, είναι κενή».




Θα ξαναβρεθεί η ισορροπία;

Οι παραπάνω εξελίξεις έχουν μεγάλες επιπλοκές στις κυβερνήσεις. Οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες παραδοσιακά ήταν πρόθυμες να στηρίξουν οίκους με καταθέσεις σε καιρούς κρίσης, γιατί είχε αξία να υπάρχει εύρωστο τραπεζικό σύστημα.

Ακόμη κι αυτή η παράδοση αποδείχθηκε αμφιλεγόμενη γιατί οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν ήθελαν να παραδεχτούν ότι υπάρχει κάποια μοναδιαία επιχείρηση που είναι υπερβολικά μεγάλη για να καταρρεύσει. Και σίγουρα δεν είχε στόχο να καλύπτει τους χρηματιστές και τις επενδυτικές τράπεζες, αφού η ρύθμιση Glass-Steagall του 1934 επί τούτου διαχώριζε αυτές τις δραστηριότητες από αυτές των εμπορικών τραπεζών.

Η κρίση του 2007-08 κατέστρεψε αυτήν τη λεπτή ισορροπία, υποχρεώνοντας όχι μόνο ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να διασώσουν μεγάλες τράπεζες αλλά και την αμερικανική Federal Reserve να επεκτείνει την προστασία του προνομιακού δανεισμού μέσω discount window προς την Goldman Sachs και τη Morgan Stanley.

Όμως, επειδή και μόνο οι τράπεζες είναι σημαντικές για το σύστημα (αυτό σημαίνει ότι θα προκαλούσε μεγάλα προβλήματα στις αγορές η κατάρρευσή τους), δεν σημαίνει ότι είναι και ζωτικής σημασίας από οικονομική άποψη.

Η πιο σημαντική λειτουργία των τραπεζών είναι και η λιγότερο λαμπερή τους: να λαμβάνουν καταθέσεις και να δίνουν δάνεια. Αυτή η λειτουργία όμως ανακατεύτηκε με πιο ριψοκίνδυνες δραστηριότητες σχετικές με τις συναλλαγές, με τρόπους που είναι δύσκολο να ξεχωριστούν.

Οι τράπεζες ίσως επιλέξουν να καθυστερήσουν την προσπάθεια εξόδου από τα προβλήματα μέσω διαβουλεύσεων και να περιμένουν να ξεθωριάσουν οι μνήμες. Όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα πετύχουν και σίγουρα ό,τι πετύχουν δεν θα είναι προς όφελος του συνόλου της κοινωνίας.

Ένα υγιές τραπεζικό σύστημα – υγιές σε μέγεθος και σε σκοπό – είναι ζωτικής σημασίας για μια εύρωστη οικονομία. Εξάλλου, δεν είναι οι ρυθμιστικές αποφάσεις η μόνη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες. Οι αγορές ασκούν ακόμη ισχυρότερες πιέσεις για να αλλάξουν οι τράπεζες.



Μειωμένες αποδόσεις

Ανεξάρτητα από τα όποια ρυθμιστικά πηγαινέλα, οι κεντρικοί τραπεζίτες επιβάλλουν αυστηρότερες απαιτήσεις για τα κεφάλαια και τη ρευστότητα των τραπεζών, αποτρέποντάς τες από τη χρήση της μόχλευσης τόσο επιθετικά όσο στο παρελθόν. Παράλληλα, οι αγορές επιβάλλουν αυστηρή πειθαρχία σε οίκους με ισολογισμούς μεγάλης μόχλευσης και εύθραυστης χρηματοδότησης, όπως έδειξε και η κατάρρευση της MF Global πέρσι.

Έτσι προκαλούνται μεγάλα προβλήματα στις τράπεζες, που παλαιότερα μπορούσαν να εξισορροπήσουν τη μείωση της κερδοφορίας σε κύριες δραστηριότητες αναλαμβάνοντας περισσότερους κινδύνους και αυξάνοντας το μέγεθος των ισολογισμών τους.

Σήμερα όποια τράπεζα προσπαθεί να κάνει κάτι τέτοιο, ακόμη κι αν το επιτρέπουν οι ρυθμίσεις, κινδυνεύει με μείωση της πιστωτικής αξιολόγησής της και της πρόσβασης σε δανεισμό.

Αν οι τράπεζες δεν μπορούν να βρουν νέες πηγές εσόδων, η εναλλακτική είναι να μειώσουν το κόστος και να συρρικνωθούν και να συγχωνευθούν, όπως κάνουν πολλοί άλλοι κλάδοι στην αγορά.

Οι κυβερνήσεις, όμως, φοβούνται να τις αφήσουν να γίνουν πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν και η γενιά των στελεχών στα επίπεδα των senior τραπεζιτών ποτέ δεν δοκιμάστηκε σε μια αγορά που συρρικνώνεται.

«Τον κλάδο λειτουργούν εντελώς λάθος άνθρωποι», σημειώνει ο καθηγητής Hahn. «Δεν λέμε ότι είναι ηλίθιοι, αλλά εδώ και τρεις δεκαετίες, με μικρά μόνο διαλείμματα, είχαν επιτυχίες μεγαλώνοντας τις επιχειρήσεις και συσσωρεύοντας ρίσκο. Το νέο καθεστώς αφορά την αποδοτικότητα και τα κόστη και κανένας τους δεν έχει ιδέα γι' αυτά».

Ένας επενδυτικός τραπεζίτης δηλώνει ότι η ατμόσφαιρα στον κλάδο είναι βαριά. Οι μεγάλες τράπεζες στο παρελθόν είχαν μεγάλα κίνητρα για να επενδύσουν έντονα σε νέες επιχειρήσεις επενδυτικής τραπεζικής και να «κλέψουν» teams τραπεζιτών από ανταγωνιστές για να ενταχθούν στο χρυσό κλαμπ των διεθνών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Οι δραστηριότητες όπως οι χρηματιστηριακές πράξεις και οι αναδοχές εκδόσεων είναι φυσικά μονοπώλια στα οποία όσοι έχουν μεγάλο κομμάτι της αγοράς εξασφαλίζουν και μεγάλο μέρος των κερδών.

Σήμερα, όμως, μεγάλες τράπεζες όπως η UBS αποσύρονται από τη στρατηγική της ανάπτυξης με κάθε κόστος και αντί αυτού επικεντρώνονται σε δραστηριότητες όπου έχουν πλεονέκτημα, όπως η εγχώρια λιανική τραπεζική ή η διαχείριση μεγάλης περιουσίας και εξειδικευμένες περιοχές όπως η χρηματιστηριακή επιμέλεια (custody).

Ο συνδυασμός της μείωσης της μόχλευσης και των φιλοδοξιών πιθανότατα θα μειώσει την κερδοφορία των τραπεζών. Ο κ. Dayal προβλέπεται ότι η απόδοση μετοχικού κεφαλαίου (roe), από υψηλά διψήφια μεγέθη κοντά στο 20, θα μειωθεί σε χαμηλά διψήφια ή και σε μονοψήφια μεγέθη.

Αν οι μέτοχοι είναι έτοιμοι να δεχτούν χαμηλότερες αποδόσεις, οι τράπεζες ίσως μπορέσουν να επανακτήσουν κάποια κοινωνική νομιμότητα. Όσες επικεντρώνονται στις καταθέσεις και στον δανεισμό έχουν περισσότερες ελπίδες να αντιμετωπιστούν από τις κυβερνήσεις ως σημαντικές για το οικονομικό σύστημα.

Ακόμη και οι επενδυτικές που επικεντρώνονται στις αναδοχές εκδόσεων χρεογράφων και στις υπηρεσίες συμβούλων και όχι στις χρηματιστηριακές συναλλαγές θα έχουν καλύτερη τύχη.

Το ερώτημα είναι αν οι τράπεζες μπορούν και θέλουν να μεταμορφωθούν. Ορισμένοι φοβούνται πως όχι. «Δεν πιστεύω την άποψη ότι η επενδυτική τραπεζική έχει τελειώσει», σημειώνει ο κ. Augar.

«Θα είναι λιγότερο κερδοφόρες και μικρότερες για μια περίοδο και θα περάσει ένα διάστημα μέχρι να ξαναδούμε πολλές επίδοξες παγκόσμιες τράπεζες να προσπαθούν να κερδίσουν μια ανώτατα θέση. Αλλά όχι μεγάλο διάστημα. Πέντε χρόνια ίσως;».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget