Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Ο Big Mac κέρδισε τον Θείο Σαμ


Από τους Financial Times (via Euro2day)

Του Gillian Tett

Πριν από μερικά χρόνια, επισήμανα σε ένα άρθρο ότι το κόστος της ασφάλισης των κρατικών αμερικανικών ομολόγων έναντι κινδύνου χρεοκοπίας ξεπέρασε, για πρώτη φορά, το αντίστοιχο κόστος ασφάλισης των ομολόγων της McDonald's.

Τότε, το 2008, αυτή ήταν μία συγκλονιστική εξέλιξη. Η δυτική οικονομία, άλλωστε, ανέκαθεν θεωρούσε δεδομένο ότι οι κρατικοί τίτλοι ήταν οι πιο ασφαλείς τοποθετήσεις για τους επενδυτές. Πράγματι, τα treasuries των ΗΠΑ θεωρούνταν τοποθέτηση με μηδενικό κίνδυνο. Έτσι, λοιπόν, το να πληρώνουμε περισσότερο για την εξασφάλιση των δανείων του Θείου Σαμ από τα δάνεια του Ronald McDonald (ή οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης) έμοιαζε πολύ παράξενο.


Όμως, δεν είναι πλέον. Στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας, οι εξελίξεις στην αγορά των CDSs έδειχναν ότι αμερικανικές επιχειρήσεις με ιστορία μικρότερη των 70 ετών θεωρούνται πλέον ασφαλέστερες τοποθετήσεις από ό,τι η κυβέρνηση των ΗΠΑ, σύμφωνα τουλάχιστον με τα στοιχεία της Markit. Συγκεκριμένα τα 5ετή CDS για τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ τελούν υπό διαπραγμάτευση στις 50 μονάδες βάσης (αυτό σημαίνει ότι το κόστος ασφάλισης κρατικών ομολόγων ύψους 10 εκατ. δολ. ανέρχεται στα 50.000 δολάρια).


Παράλληλα τα αντίστοιχα CDS εταιρειών όπως η AT&T, η New Cingular Wireless και η Oracle είναι χαμηλότερα των 30 μονάδων βάσης. Τα αντίστοιχα spreads των CDS για τα ομόλογα της Google, της H.P., της Coca Cola και βεβαίως των McDonald's βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα από ό,τι τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ.

Η τάση δεν εντοπίζεται μόνο στις ΗΠΑ. Τα CDS των ισπανικών Telefόnica και Iberdrola, επί παραδείγματι, επίσης βρίσκονται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από το κόστος ασφάλισης των αντίστοιχων κρατικών ομολόγων της Μαδρίτης. Με άλλα λόγια, πλέον δεν είναι τόσο παράξενο που οι επιχειρήσεις θεωρούνται ασφαλέστερες τοποθετήσεις απ' ό,τι τα κράτη. Αντιθέτως, πρόκειται για μία γενικώς αποδεκτή αρχή.

Ορισμένοι ίσως υποστηρίξουν ότι η εξέλιξη αυτή απλώς δείχνει πως τα CDS είναι ένα επικίνδυνο μέσο, στο οποίο δεν πρέπει να στηριζόμαστε αποκλειστικά για την αξιολόγηση του πιστοληπτικού κινδύνου. Άλλωστε η αγορά για πολλά συμβόλαια CDS είναι ιδιαίτερα μικρή. Αυτή η εξέλιξη ενδεχομένως να συνεπάγεται μεγάλα σκαμπανεβάσματα στις τιμές.

Πράγματι η Creditsights αναγνωρίζει ότι προς το παρόν μόνο 8 συμβόλαια αμερικανικών CDS έχουν ενδεικτική αξία που ξεπερνά τα 5 δισ. δολ και μόλις 27 ξεπερνούν τα 2 δισ. δολ. Παρ' όλα αυτά το κόστος των CDS είναι το μόνο όπου η σχέση σύγκρισης της ασφάλειας των τοποθετήσεων σε κρατικά και σε εταιρικά ομόλογα αλλάζει.

Πριν από λίγες εβδομάδες, η Standard & Poor's προχώρησε στην υποβάθμιση των ΗΠΑ από την αξιολόγηση του τριπλού «Α». Άφησε, όμως, αμετάβλητη την αντίστοιχη αξιολόγηση για ορισμένες αμερικανικές επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια το τριπλό «Α» υπάρχει ακόμη για εταιρείες όμως η Automatic Data Processing, η ExxonMobil, η Johnson & Johnson και η Microsoft, οι οποίες χαίρουν πλέον υψηλότερης αξιολόγησης από ό,τι το κράτος στο οποίο δραστηριοποιούνται.

Μέχρι πρότινος συναντούσαμε την τάση αυτή μόνο σε ορισμένες αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Εάν εξετάσει κανείς τους λόγους για τους οποίους έχουν αλλάξει οι ισορροπίες στα CDS – ή γιατί η S&P δεν προχώρησε και σε υποβάθμιση της αξιολόγησης αμερικανικών επιχειρήσεων, αλλά μόνο του Δημοσίου των ΗΠΑ –, τότε θα ανακαλύψει κάποιες εντυπωσιακές μακροπρόθεσμες και θεμελιώδεις αλλαγές.

Μία ανάγνωση αυτών των στοιχείων είναι πως αντικατοπτρίζει την κρατούσα άποψη για την εταιρική διακυβέρνηση και τη διαφάνεια. Ο λόγος για τον οποίο τόσο πολλές επιχειρήσεις θεωρούνται ασφαλέστερες τοποθετήσεις είναι πως οι επενδυτές αισθάνονται πιο σίγουροι γιατί κατανοούν τους ισολογισμούς τους. Παράλληλα οι επιχειρήσεις αυτές έχουν αρκετή διαθέσιμη ρευστότητα και απτά έσοδα, τα οποία εύκολα μπορεί να εντοπίσει και να προβλέψει κάποιος.

Δυστυχώς δεν ισχύει το ίδιο και για τα κράτη, πολλά εκ των οποίων δεν έχουν τα ίδια επίπεδα διαφάνειας. Σε πολλές περιπτώσεις είναι πολύ δύσκολο για τους επενδυτές να ξεδιαλύνουν τις υποχρεώσεις ή τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία ενός κράτους.

Υπάρχει, όμως, και ένας δεύτερος παράγοντας που εξηγεί την τάση αυτή στα CDS: η παγκοσμιοποίηση. Οι περισσότερες υγιείς και σωστά οργανωμένες αμερικανικές επιχειρήσεις δεν είναι πλέον πραγματικά αμερικανικές. Αντιθέτως, αντλούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους εκτός ΗΠΑ και κατέχουν μεγάλες τοποθετήσεις σε άλλες χώρες.

Αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να προστατεύονται απέναντι στον κίνδυνο επιβράδυνσης στις ΗΠΑ ή σε άλλες δυτικές οικονομίες. Με άλλα λόγια, τους δίνει τη δυνατότητα να εγκαταλείψουν το καράβι χωρίς απώλειες ρευστότητας εάν η οικονομική ή η πολιτική κατάσταση γίνει πολύ δύσκολη. Το ίδιο μπορούν να πράξουν πολλές «ευρωπαϊκές» επιχειρήσεις.

Αρκεί να δούμε το παράδειγμα και τον διεθνή χαρακτήρα αρκετών «ελληνικών» ναυτιλιακών εταιρειών ή των «ιρλανδικών» τεχνολογικών ομίλων. Και στις δύο περιπτώσεις η αξιολόγηση πιστοληπτικού κινδύνου δεν σχετίζεται με την αξιολόγηση της χώρας τους, αλλά με τη Δύση.

Ίσως αποδειχτεί ότι πρόκειται για μια προσωρινή τάση. Και θα πρέπει να σημειωθεί πως – προς το παρόν τουλάχιστον – δεν έχει ακόμη επηρεάσει το πραγματικό κόστος δανεισμού. Ανεξαρτήτως των κινήσεων στα CDS η κυβέρνηση των ΗΠΑ μπορεί ακόμη να δανειστεί κεφάλαια στην αγορά ομολόγων πολύ φθηνότερα από ό,τι μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις, εκ των οποίων και οι 70 που έχουν χαμηλότερα spreads στα CDS.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτή η λίστα των 70 ισχυρών επιχειρήσεων επισημαίνει πως η χρηματοοικονομική κρίση έχει οδηγήσει στον κλυδωνισμό ορισμένων βασικών οικονομικών αξιωμάτων του 20ού αιώνα. Οι επενδυτές θα πρέπει να επισημάνουν τις αλλαγές. Πόσο μάλλον οι πολιτικοί.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget