Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Το πτώμα και τα όρνεα


Από Το Ποντίκι 22.3.2012

Το ποδόσφαιρο μπορεί να προ­σεγγίσει κανείς με πολλούς και διάφορους τρόπους: ο μεγάλος σταρ της Μάντσεστερ Ερίκ Καντονά έλεγε: «Η μπάλα είναι σαν τη γυναί­κα, της αρέσει να τη χαϊδεύουν». Η Mia Hamm (για πολλούς η κορυφαία γυναίκα ποδοσφαιριστής) παίζοντας ποδόσφαιρο έχει βγάλει το συμπέ­ρασμα ότι «όποιος λέει ότι η νίκη δεν είναι το παν, μάλλον δεν έχει νικήσει ποτέ του».

Επίσης, το δίδαγμα που έβγαλε παίζοντας μπάλα ο Ρόι Κιν, παίκτης - σύμβολο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, είναι: «Απέτυχες να ετοιμαστείς; Ετοιμάσου να αποτύχεις». Αυτό το τε­λευταίο, μετά τα όσα συνέβησαν την περασμένη Κυριακή στο Ολυμπιακό Στάδιο, μάλλον θα πρέπει να το σκεφτούν λίγο παραπάνω οι «αρμόδιοι».

Στους «αρμόδιους» περιλαμβάνονται οι ιθύνοντες της Ελληνικής Αστυ­νομίας, οι διοικητικοί παράγοντες του ποδοσφαίρου, οι αρμόδιοι κρατικοί φορείς, οι ιδιοκτήτες - μέτοχοι των ομάδων. Όλοι αυτοί οι οποίοι παρα­κολούθησαν το κάψιμο του Ολυμπια­κού Σταδίου την περασμένη Κυριακή και τον βαρύτατο τραυματισμό ενός παιχνιδιού (με τη βαθύτερη και ευρύ­τερη σημασία της λέξης «παιχνίδι», που είναι κάτι πολύ περισσότερο από έναν αγώνα μεταξύ ΠΑΟ και Ολυμπι­ακού).


Η χειραγώγηση

Στους αρμόδιους, προφανώς, δεν μπορεί να συμπεριλάβει κανείς τους χουλιγκάνους, που συχνά - πυκνά τα κάνουν γυαλιά - καρφιά, όπως την περασμένη Κυριακή. Αυτοί θυμίζουν τον Ρέι Φέρφαξ, αμυντικό της Νόρθαμπτον, ο οποίος είχε πει για τον Μπεστ ύστερα από έναν αγώνα στον οποίο ανέλαβε να τον μαρκάρει: «Η μόνη φορά που βρέθηκα κοντά του ήταν όταν κάναμε χειραψία πριν από το παιχνίδι». Αυτή λοιπόν είναι και η επαφή των χουλιγκάνων με το ποδό­σφαιρο - παιχνίδι.

Η βαθύτερη σημασία του ποδο­σφαίρου μπορεί να μην έχει γίνει αντιληπτή από τους τύπους που συνη­θίζουν να δέρνονται μεταξύ τους και με την αστυνομία με αφορμή ένα πο­δοσφαιρικό παιχνίδι, είναι όμως σα­φέστατη σε κάποιους δάσκαλους της μπάλας. Ο Μπιλ Σάνκλι, εμβληματική φυσιογνωμία του βρετανικού ποδο­σφαίρου και επί χρόνια προπονητής της Λίβερπουλ, έχει υπογραμμίσει: «Μερικοί λένε ότι το ποδόσφαιρο εί ναι θέμα ζωής και θανάτου. Σας δια­βεβαιώνω ότι είναι ακόμα πιο σημα­ντικό».

Η δύναμη και το βάθος της διασύν­δεσης του παιχνιδιού με τη μάζα δί­νουν στο ποδόσφαιρο τη σημασία που του αποδίδει ο Μπιλ Σάνκλι. Η μάζα μεταφέρει το παιχνίδι στην αγο­ρά (εμπόρευμα). Και η χειραγώγηση της μάζας, ως πάγιος και μύχιος στό­χος της εξουσίας, μεταφέρει το ποδό­σφαιρο στη σφαίρα της πολιτικής. Κά­πως έτσι αρχίζουμε να αντιλαμβανό­μαστε ότι ο Σάνκλι δεν υπερέβαλλε...

Μιλώντας για πολιτική και χειραγώ­γηση, φτάνουμε και στο φαινόμενο της βίας. Η βία στο ποδόσφαιρο είναι μια βία που τη βλέπουν όλοι και ως εκ τούτου αποτελεί ένα πολύ εμπο­ρεύσιμο είδος από τα τρομολαγνικά ΜΜΕ.


«Καλύτερα μια άτιμη νίκη»

Η εικόνα της βίας στα γήπεδα προ­βάλλεται με έναν τρόπο που αγνο­εί, καλύπτει και απο­σιωπά τα αίτια που τη γεννούν. Αφορμή μπορεί να είναι ένα «σφύριγμα», η οπαδική βεντέτα και ο συστηματικά καλλιεργημένος κάλος στον εγκέφαλο των «μαζών». Κάπως έτσι, όπως διαπίστω­σε ο Ουμπέρτο Έκο, «αυτή η βία χω­ρίς στόχο... είναι σαν βαλβίδα ασφα­λείας που κάθε δικτάτορας μπορεί να εκμεταλλευτεί».

Κάποιος άλλος, βαθύτερα συνδε­δεμένος με το ποδόσφαιρο από τον Έκο, ο Αργεντινός δημοσιογράφος - συγγραφέας (ανάμεσα στα βιβλία του το σπουδαίο «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου») Εδουάρδο Γκαλεάνο, γνωρίζει ότι τα δάκρυα τρέχουν από τα μάτια και όχι από το μαντίλι.

Υπ' αυτήν την έννοια, για να εξηγή­σει κανείς το φαινόμενο της βίας στο ποδόσφαιρο θα πρέπει να κοιτάξει τις κοινωνικές αδικίες, την περιθωριοποίηση κοινωνικών στρωμάτων, που γεννά απογοήτευση και μίσος. Πάνω απ’ όλα θα πρέπει να δει την επίδρα­ση που ασκεί στους οπαδούς (στη μά­ζα) ένα σύστημα του οποίου η βασική αρχή («Ο θάνατός σου η ζωή μου») μετουσιώνεται από τους ποδοσφαι­ρικούς παράγοντες στο δόγμα «Καλύ­τερα μια άτιμη νίκη, παρά μια ένδοξη και αξιοπρεπής ήττα».


Πόσο ακόμη;

Στον χώρο του ποδοσφαίρου αυτοί που «μεγαλούργησαν» τα τελευταία χρόνια «διδά­σκοντας»... συνέπεια και ηθι­κή (ένας αγώνας δίνεται «στα ίσα») – όσα δηλαδή δωρίζει ένα παιχνίδι όπως το ποδόσφαι­ρο – θα μείνουν στην ιστορία με τα προσωνύμιά τους: «Αγαπού­λας», «Περίεργος», «Μπαρμπα - Θωμάς», «Χοντρός» και πάει λέγοντας.

Προφανώς, όλοι αυτοί δεν θα μπορούσαν να είναι τίποτε διαφορετικό μέσα σε ένα πο­λιτικό - οικονομικό περιβάλλον που σάπιζε ταχύτατα, που τρεφόταν από τις σάρκες του, που το «Ο θάνατός σου η ζωή μου» ήταν η σημαία του.
Η ανάληψη της τύχης του ποδοσφαίρου, εδώ και αρκετά χρόνια, από ανθρώπους με το γνωστό σε όλους ποιόν, ήταν, για όσους μπορούν να κατανοήσουν το ποδόσφαιρο και να νιώσουν τη βαθύτερη σημασία του, ένα αδιάψευστο σύμπτω­μα για τη συνολική κατρακύλα.

Η εγκατάλειψή του από την ελληνική κρατικοδίαιτη «ελίτ» αποκάλυπτε ότι δεν είχε τίποτε πια να διεκδικήσει από μια χώ­ρα την οποία είχε ήδη απομυζήσει μέχρι μυελού οστών. Η από­συρσή της σήμαινε ότι δεν είχε ανάγκη τη νομιμοποίηση της δραστηριότητάς της, διότι δεν επρόκειτο στο κοντινό μέλλον να έχει δραστηριότητα. Η αγε­λάδα ήταν πλέον κάτισχνη και αφηνόταν να πεθάνει. Όμως τα εγκατελελειμμένα πτώματα μαζεύουν μόνο τα όρνεα, όπως ακριβώς έγινε και με το ποδό­σφαιρο. Και τελικά με τη χώρα ολόκληρη...

Η σαπίλα του ελληνικού πο­δοσφαίρου απλώς είναι ένα σύμπτωμα της ήττας και του αδιεξόδου του πολιτικού συ­στήματος. Στο υποσύστημα - ποδόσφαιρο η εκτόνωση της μάζας, η λειτουργία της βαλβί­δας, μπορεί να στοιχίζει ακριβά όσο ένα καμένο γήπεδο όπως το ΟΑΚΑ.

Το πρόβλημα, όμως, στην εποχή της χρεοκοπίας που ζού­με, είναι πολύ μεγαλύτερο και μπορεί να συνοψιστεί σε ένα ερώτημα: Πόσο μπορεί να κοστίσει κάποια στιγμή η αδυνα­μία του πολιτικού συστήματος να προσφέρει διέξοδο στο κα­τά 50% άνεργο πιο δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget