Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

Το στοίχημα του ευρώ και το μέλλον των νομισμάτων


Από τους Financial Times (via Euro2day)

Του Kenneth Rogoff*

Όπως εύστοχα έχουν παρατηρήσει αρκετοί σχολιαστές, το πείραμα του ευρώ βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Είτε η ευρωζώνη θα εμβαθύνει σε μία δημοσιονομική ένωση είτε τα πιο αδύναμά μέλη της θα αναγκαστούν να αποχωρήσουν. Το πείραμα του ευρώ, όμως, έχει φέρει όλο το διεθνές νομισματικό σύστημα σε σταυροδρόμι. Θα κληρονομήσουν άραγε τα εγγόνια μας έναν κόσμο με έναν τεράστιο αριθμό εθνικών νομισμάτων ή κάποιο σύστημα με πολύ μικρό αριθμό νομισμάτων, που θα αντιπροσωπεύουν περισσότερες χώρες;


Εάν το ευρώ επιβιώσει και αναδειχθεί σε ισότιμο νόμισμα με το δολάριο στη διάρθρωση των διεθνών συναλλαγματικών αποθεμάτων, είναι βέβαιο πως σταδιακά θα υπάρξει μία ισχυρή τάση προς την ένωση δυνάμεων και σε άλλες πλευρές του πλανήτη.

Και άλλα μπλοκ χωρών θα θελήσουν να μιμηθούν την επιτυχία του ευρώ στοχεύοντας σε μείωση των επιτοκίων αλλά και σε μεγαλύτερη αντοχή σε περιόδους χρηματοοικονομικών κρίσεων. Ίσως, επί παραδείγματι, ο Καναδάς και το Μεξικό να σχηματίσουν τελικά μία νομισματική ένωση στη βόρεια Αμερική με τις ΗΠΑ, στην οποία ίσως περιληφθεί και μεγάλο μέρος τελικά της Λατινικής Αμερικής.

Η Κίνα και η Ιαπωνία θα μπορούσαν να βάλουν στην άκρη τις διαφωνίες τους και να σχηματίσουν την καρδιά του τρίτου μεγάλου νομισματικού μπλοκ, της Ασίας. Πράγματι, μέχρι την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση, ήταν δύσκολο για τους ερευνητές να φανταστούν κάποιο άλλο σενάριο, με μόνη ίσως απόκλιση τους ιδεαλιστές, οι οποίοι πίστευαν πως ο κόσμος θα πρέπει να υιοθετήσει ένα ενιαίο νόμισμα (αμφιβάλλω αν αυτό θα είναι επιθυμητό αποτέλεσμα, καθώς ο συναλλαγματικός ανταγωνισμός μέχρι κάποιον βαθμό είναι σημαντικός ως περιοριστικός παράγοντας του πληθωρισμού).

Παρ' όλα αυτά, εάν το ευρώ διαλυθεί από την κεντρόφυγο δύναμη ίσως επειδή οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν έχουν επαρκή θεσμική ισχύ για να πάρουν σκληρές αποφάσεις για το πώς θα μειωθεί το δανειακό βάρος της περιφέρειας Παρ' όλα αυτά, εάν το ευρώ διαλυθεί από την κεντρόφυγο δύναμη , τότε θα πρέπει να περάσουν αρκετές δεκαετίες μέχρις ότου κάποια άλλη περιοχή προσπαθήσει ένα εξίσου φιλόδοξο σχέδιο.

Αυτό που μάθαμε κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 είναι πως για τις χώρες που έχουν ανοιχτές κεφαλαιαγορές οι σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι μία οφθαλμαπάτη που δεν μπορεί να διατηρηθεί επ' αόριστον.

Εάν το ευρώ οδηγηθεί στην ίδια κατεύθυνση που είχε η σύνδεση του αργεντίνικου πέσο με το δολάριο, τότε ίσως πάρουμε το ίδιο μάθημα ως προς τους ριζοσπαστικούς συναλλαγματικούς γάμους και από τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Η εθνική κυριαρχία και η συναλλαγματική συγκατοίκηση δεν μπορούν να διασταυρωθούν.

Ειρωνικά το ευρώ δεν βρίσκεται στην καρδιά της πρόσφατης χρηματοοικονομικής κρίσης. Μόνο η Ισπανία μπορεί πραγματικά να χαρακτηριστεί χώρα στο επίκεντρο, ενώ οι ΗΠΑ και η Βρετανία είχαν σαφώς μεγαλύτερη συστημική σημασία. Αντί αυτού οι κρίσεις εθνικού χρέους που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη είναι τυπικός μετασεισμός της βαθιάς χρηματοοικονομικής κρίσης. Παρ' όλα αυτά, αν και το σύστημα του ευρώ δεν ήταν στο επίκεντρο της κρίσης, θα έπρεπε να μπορεί να αντέξει το σοκ.

Δυστυχώς, όπως έχει κατασκευαστεί, το ευρώ αναδεικνύεται σε σύστημα που μεγεθύνει τα σοκ αντί να τα απορροφά. Η Βρετανία, η οποία βεβαίως δεν υιοθέτησε το ευρωπαϊκό νόμισμα, ευνοήθηκε από την απότομη και διατηρήσιμη υποτίμηση της στερλίνας. Οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, από την άλλη πλευρά, έχουν κολλήσει με την οδυνηρά αδύναμη ανταγωνιστικότητά τους και τους δύσκολους μηχανισμούς προσαρμογής.

Τα σχέδια των Ευρωπαίων ηγετών για την επίτευξη εσωτερικής υποτίμησης μέσω αναπροσαρμογών στους μισθούς μοιάζουν παρατραβηγμένα. Η μόνη καθαρή σωτηρία για την Ευρώπη θα ήταν η ανάπτυξη να ξεπερνούσε κατά πολύ τις προσδοκίες. Δυστυχώς, όμως, η ανάπτυξη σε περιόδους έπειτα από χρηματοοικονομικές κρίσεις εξακολουθεί να πλήττεται από τα τεράστια δανειακά βάρη.

Είναι ειρωνικό ότι το ευρώ, που δημιουργήθηκε για να εκμηδενιστούν κερδοσκοπικές κινήσεις στην αγορά συναλλάγματος εντός της Ευρώπης, υποφέρει από την πολύ ισχυρή του ισοτιμία, ειδικότερα έναντι του δολαρίου, και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ μεγάλη υποτίμηση.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ίσως λανθασμένα θεωρούν ότι η ενίσχυσή του είναι ένδειξη εμπιστοσύνης. Νομίζω ότι θα ήταν πιο ακριβές να πει κανείς πως καλώς ή κακώς οι αγορές ανησυχούν περισσότερο για την έλλειψη ενός σχεδίου Α στις ΗΠΑ από ό,τι για την έλλειψη σχεδίου Β στην Ευρώπη.

Βεβαίως, έπειτα από 30ετή έρευνα στις ευέλικτες συναλλαγματικές ισοτιμίες, γνωρίζω καλά ότι είναι πολύ δύσκολο να ερμηνευτούν, πόσο μάλλον να προβλεφθούν (αυτό ακριβώς ήταν το πόρισμα της έρευνάς μου για τη δεκαετία του 1980 με τον Richard Meese, όταν εργαζόμασταν στη Federal Reserve Board).

Κατά συνέπεια το μάθημα που πρέπει να εξαχθεί από την κρίση στην ευρωζώνη ίσως αφορά το ότι είναι πιο εύκολο να μάθουμε να ζούμε με απότομες αλλαγές στην αγορά συναλλάγματος από ό,τι με απρόβλεπτη πολιτική. Οι πολιτικοί ηγέτες που σχημάτισαν το ευρώ έκαναν λόγο για θυσία για χάρη των παιδιών μας. Τώρα δεν είναι καθόλου σαφές ποιο σύστημα θα είναι καλύτερο να κληροδοτήσουμε στις μελλοντικές γενιές.

Πολλοί λένε πως το ευρώ είναι ένα δημιούργημα πολιτικής που δεν δικαιολογείται από οικονομική άποψη. Η πρόσφατη εμπειρία, όμως, ενδεχομένως να γυρνά αντίστροφα αυτήν τη θέση.

Η διαμόρφωση ενός διεθνούς συστήματος με λιγότερα νομίσματα είναι ένα φαινόμενο που οικονομικά έχει μεγάλο νόημα γιατί δημιουργεί σημαντική μείωση του κόστους στις συναλλαγές και ενισχύει τις οικονομίες κλίμακας. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν το κοινό νόμισμα είναι πολιτικά βιώσιμο. Εκτίμησή μου είναι πως, αν δεν ανατραπεί σύντομα η εικόνα της αργής παγκόσμιας ανάπτυξης, δεν θα αργήσουμε να μάθουμε την απάντηση.

* Ο κ. K. Rogoff είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Harvard και συνυπογράφει με την Carmen Reinhart το βιβλίο «This Time is Different»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget