Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Ρωγμές στις αραβικές εξεγέρσεις



Από το Άρδην

Του Βιτζέι Πράσαντ

Θα χυθεί αίμα. Καμία επανάσταση δεν ολοκληρώνεται με μιας. Η αντεπανάσταση – παράλληλα με την επανάσταση – επεκτείνεται, από το Μπαχρέιν και τη Σαουδική Αραβία μέχρι την Αίγυπτο και τη Λιβύη.

● Στο Κατίφ ένας εθνοφρουρός του οίκου των Σαούντ άνοιξε πυρ εναντίον ενός διαδηλωτή, ένα φαινόμενο το οποίο στο Μπαχρέιν είναι καθημερινότητα.

● Το εσωτερικό της Αιγύπτου κατακλύζεται από φήμες ότι οι μυστικές υπηρεσίες ήταν εκείνες που ενορχήστρωσαν τις επιθέσεις στους Κόπτες και εναντίον της πορείας των γυναικών (που γιόρταζαν την 100ή επέτειο της παγκόσμιας ημέρας της γυναίκας).

● Η Λιβύη βρίσκεται στο έλεος ενός ασύμμετρου εμφυλίου πολέμου.

● Ο ενθουσιασμός από την εσπευσμένη αποχώρηση του Μουμπάρακ και του Μπεν Αλί είναι λιγότερο έντονος σε μια δεύτερη φάση, αλλά δεν χάνει τη βαρύτητά του.

Φαίνεται σαν οι λαοί να μην καθησυχάζουν με αυτό το πρώτο κύμα νίκης. Αυτά που θέλουν είναι περισσότερα – και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο είναι που εισέρχεται η αντεπανάσταση στο προσκήνιο.



Λιβύη


Στο ένα άκρο των εξεγέρσεων του αραβικού κόσμου βρίσκεται η Λιβύη, όπου τα όπλα δεν έχουν σιγήσει, και οι απειλές για στρατιωτική επέμβαση κυριαρχούν στις συζητήσεις των Βρυξελλών. Η φαγούρα τους να εισβάλουν θυμίζει την προπαρασκευή του πολέμου στο Ιράκ, το 2003, αλλά οι ρόλοι έχουν αλλάξει: Οι Γάλλοι και οι Άγγλοι είναι έτοιμοι να εμπιστευθούν τους εαυτούς τους, ενώ οι Αμερικάνοι και οι Γερμανοί διστάζουν.

Τα πολεμικά πλοία του ΝΑΤΟ πλέουν εγγύτερα των λιβυκών ακτών και οι αναφορές για μια «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» πυκνώνουν. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς πολύ σωστά προειδοποιεί ότι οποιαδήποτε στρατιωτική αντιπαράθεση ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου. Και ούτως ή άλλως, τα πολιτικά αποτελέσματα μιας εισβολής στη Λιβύη δεν είναι ξεκάθαρα.

[...] Στον ύπνο του ο Καντάφι σώζει τη χώρα του. Στον ξύπνιο του ισοπεδώνει πόλεις. Αυτή ήταν η μοίρα κάποιων από αυτές τις πόλεις που βρίσκονται στην άκρη του κόλπου της Σίδρας.

[... ] Η εργατική τάξη της Τρίπολης είναι ανήσυχη. Οι γειτονιές τους, όπως είναι η Φεσλούν και η Τεγιούρα, είναι μονίμως αποκλεισμένες. Οι μάρτυρές τους κείτονται στα κρεβάτια θαλάμων νεκροψίας. Οι εργάτες δεν είναι μικρόψυχοι. Περιμένουν τη στιγμή τους. Μια ενδεχόμενη στρατιωτική επέμβαση από την πλευρά του ΝΑΤΟ, θα ενδυνάμωνε τον Καντάφι, επιτρέποντάς του να φορέσει το επαναστατικό προσωπείο ενάντια στην ιμπεριαλιστική επίθεση.

Οι εργάτες είναι επίσης και πατριώτες. Μπορεί να χάσουν την αποφασιστικότητά τους εναντίον του Καντάφι, εάν δουν τα αγγλικά και τα γαλλικά στρατεύματα να πραγματοποιούν επιδρομές στα σπίτια τους, όπως κάνουν τώρα στο Ιράκ.

[...] Ο Καντάφι επιμένει ότι η αντιπολίτευση είναι το παραπέτασμα της Αλ Κάιντα. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα έχει βαθιές ρίζες στο ανατολικότερο κομμάτι της Λιβύης, καθώς αυτό συνορεύει με την Αίγυπτο, κοιτίδα της οργάνωσης. Πτέρυγες της Αδελφότητας εξελίχθηκαν σε ακόμα πιο σκληρούς μαχητές μετά τη θητεία τους στον αμερικανο-σαουδο-πακιστανικό πόλεμο στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του 1980. Ίδρυσαν το Λιβυκό Ισλαμικό Μαχητικό Μέτωπο και επέστρεψαν στην ανατολική Λιβύη για να αντιπαρατεθούν με τον Καντάφι.

Οι δυνάμεις του επιτέθηκαν με σφοδρότητα εξολοθρεύοντας τους σημαντικότερους ηγέτες της οργάνωσης, αλλά και ηγέτες των Σαλαφιστών που δεν είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί (όπως είναι ο Μοχάμεντ Αλ Μπαστί, που βασανίστηκε μέχρι θανάτου το 1981). Η οργάνωση προσπάθησε να διατηρήσει τις δυνάμεις της, και επωφελήθηκε από την ισλαμική εξέγερση στην Αλγερία.

Το καθοριστικό χτύπημα ήρθε τον Οκτώβριο του 1997, όταν οι λιβυκές δυνάμεις δολοφόνησαν τον πιο σημαντικό στρατιωτικό ηγέτη της οργάνωσης, τον Σαλάχ Φατίχ Μπιν Σαλμάν (που ήταν επίσης γνωστός ως Αμπού Αμπντ Αλ Ραχμάν Χατάμπ). Η έγκαιρη στήριξη του Καντάφι στον αμερικάνικο «πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας» του προσέφερε γρήγορα ανταλλάγματα.

Οι εναπομείναντες ιδεολογικοί ηγέτες της οργάνωσης εξουδετερώθηκαν το 2004, ο Αμπού Μούντερ Αλ Σαΐντι στο Χονγκ Κονγκ και ο Αμπντουλάχ Σαντέκ στην Ταϊλάνδη: εξαφανίστηκαν στη μαύρη τρύπα των λιβυκών φυλακών. Ό,τι θα μπορούσε να παρέχει τη βάση για μια ισλαμική εξέγερση έχει πλέον εξολοθρευτεί.

Αυτοί που τώρα ελέγχουν την ανατολική Λιβύη δεν είναι επηρεασμένοι από την Αλ Κάιντα, αλλά τοπικές δυνάμεις που διατηρούν πολύχρονη διαμάχη με την Τρίπολη. Η αντεπανάσταση προτιμάει να τους αποκαλεί ισλαμιστές, ελπίζοντας έτσι ότι θα βοηθήσει τη γειτονική Ευρώπη.



Οι εμίρηδες

Με τα ΜΜΕ να εστιάζονται στη Λιβύη, η προσοχή μετατοπίστηκε από τους Σουλτάνους της Αραβίας και την καταστολή που εξαπολύουν. Το χρήμα είναι το λιπαντικό της αντεπαναστατικής τους μηχανής. Ο οίκος των Σαούντ έσπευσε να τους μεταφέρει πόρους ύψους 37 δισ. δολαρίων. Το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου αποφάσισε να προσφέρει πάνω από 20 δισ. δολ. στις πολιορκούμενες μοναρχίες του Μπαχρέιν και του Ομάν.

Το Μασκάτ και η Μάναμα έχουν όμως καταληφθεί από τους διαφωνούντες. Τα ανακυκλωμένα κυβερνητικά σχήματα δεν είναι αρκετά να κάμψουν αυτή τη λαϊκή εξέγερση, και οι σφαίρες που κατευθύνθηκαν ενάντια στο πλήθος απέτυχαν να προσφέρουν το απαιτούμενο παιδαγωγικό αποτέλεσμα. Ο λαός δεν θα πάψει να δείχνει τη προσήλωσή του προς τη δημοκρατία.

Οι εμίρηδες αναζωπύρωσαν την πυρκαγιά της σιιτικής αναγέννησης. Οι Μπαχαρνά, ντόπιοι σιίτες του Μπαχρέιν, για παράδειγμα, διαθέτουν ένα πολιτικό κόμμα, το Αλ Ουαφίκ, που υποστηρίζει την σιιτική εργατική και μεσαία τάξη, οι οποίοι βιώνουν μια μεγάλη αποξένωση από τους θεσμούς του Μπαχρέιν.

[...]. Η σιιτική δυσφορία στο Μπαχρέιν έχει σύγχρονες ρίζες, ακόμα και αν εκφράζεται με τους όρους παλαιότερων αντιθέσεων. Είναι περισσότερο εξαιτίας της αποξένωσής τους από το πετρέλαιο, παρά μια θεολογική διαφωνία.

Τα κοιτάσματα του Μπαχρέιν ανακαλύφθηκαν το 1932, και, ήδη από το 1934, η χώρα ήταν η πρώτη που εξήγαγε πετρέλαιο στην Ευρώπη. Ένα βρετανικό προτεκτοράτο εναντίον της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το Μπαχρέιν, παρείχε πετρέλαιο και προστασία των θαλάσσιων οδών από δυνάμεις που ήθελαν να ανταγωνιστούν την βρετανική κυριαρχία στον Ινδικό Ωκεανό.

Τον Δεκέμβριο του 1934, μια ομάδα μορφωμένων κατοίκων του Μπαχρέιν απέστειλε μια λίστα αιτημάτων προς τον κατ’ επίφαση κυβερνήτη τους, Σεΐχη Χαμάντ μπιν Ίσα Αλ Καλιφά (ο οποίος απαντούσε στο όνομα Σερ Τσάρλς Ντάριμπλ Πέλγκρεϊβ, και του άρεσε να τον αποκαλούν Πέλγκρεϊβ του Μπαχρέιν).

Καμία, όμως, μεταρρύθμιση δεν φάνηκε στον ορίζοντα, κι έτσι, το 1938, Σιίτες και Σουνίτες ηγέτες (μορφωμένοι έμποροι και διανοούμενοι) ενώθηκαν με τους εργάτες του πετρελαίου (που κατέβηκαν σε απεργία) προκειμένου να απαιτήσουν να εκλεγεί κάποιο κυρίαρχο σώμα, και να επιτραπούν και άλλες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις (συμπεριλαμβανομένων και της ίδρυσης νόμιμων εργατικών σωματείων).

Το κίνημά τους συνετρίβη. Οι ηγέτες τους εξορίστηκαν στην Ινδία. Μια δεύτερη επανάσταση, αυτή τη φορά με τη βοήθεια του νασερισμού, μεταξύ του 1954 και του 1956, αποκρούστηκε επίσης (οι ηγέτες της εξορίστηκαν στο νησί της Αγ. Ελένης, που κάποτε φιλοξενούσε τον Ναπολέοντα). Αυτά τα κινήματα δεν διακατέχονταν από θρησκευτικό φανατισμό. Αυτό που ήθελαν ήταν μεγαλύτερο μερίδιο στα έσοδα από το πετρέλαιο, και βέβαια αξιοπρέπεια.

Η ανεξαρτητοποίηση από τη Βρετανία, το 1971, έγινε δεκτή με έναν ακόμα αγώνα για Σύνταγμα. Το αποτέλεσμα όμως ήταν ένα ξεδοντιασμένο σύνταγμα. Η αντίθεση με την πορεία των μεταρρυθμίσεων κορυφώθηκε μετά την ιρανική επανάσταση, και οι παλαιότερες παραδόσεις (των Αχμπάρι Σίια) περιθωριοποιήθηκαν έναντι ενός πιο επιθετικού σιιτισμού που πήγαζε από τη σχολή της Κομ (Ιράν).

Ο Σεΐχης Αλί Σαλμάν, τωρινός ηγέτης του κόμματος Αλ Ουαφίκ, προέρχεται από αυτή την παράδοση, έχοντας σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο των Σαούντ (Χημεία) κι έπειτα στο ξακουστό Αλ Χοζάχ Αλ Αραμπίγια της Κομ (όπου και φοίτησε κατά την διάρκεια του πρώτου πολέμου στον Κόλπο). Μια ακόμα προσπάθεια για συνταγματική μεταρρύθμιση συνετρίβη στις αρχές του 1990 (κι έτσι ο Αλί Σαλμάν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Μπαχρέιν). Αυτή έθεσε τις βάσεις για το νέο Σύνταγμα το 2002, που καθιστούσε τον βασιλιά πραγματικό κυρίαρχο, με τα υπόλοιπα σώματα να έχουν συμβουλευτικό ρόλο.

Οποιαδήποτε κι αν είναι η διάθεσή τους, το κόμμα του Ουαφίκ με τον ηγέτη του, Αλί Σαλμάν, δεν είναι σε θέση να επιβάλει ως υπέρτατη αρχή το Συμβούλιο των Κληρικών. Γι’ αυτό και, σε συνεργασία με άλλα έξι κόμματα, επεξεργάστηκαν ένα λογικό αίτημα, να παραιτηθεί η παρούσα κυβέρνηση δίνοντας τη θέση της σε μια μεταβατική κυβέρνηση «τα χέρια της οποίας δεν θα έχουν λερωθεί από το αίμα των μαρτύρων», η οποία θα συμβάλει «προς την κατεύθυνση των αυθεντικών μεταρρυθμίσεων».

Σχεδόν το μισό του πληθυσμού του Μπαχρέιν προέρχεται από τη Νότια Ασία: οι ανάγκες τους δεν βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη αυτής της επανάστασης. Αυτό είναι κρίμα. Δείχνει τα όρια των αιτημάτων της.

Οι καταπονημένοι μετανάστες από την Αίγυπτο και την Νότια Ασία, που εγκαταλείπουν τώρα την Λιβύη, μπορεί να μας δώσουν μια εικόνα για την κοινωνική οικολογία της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Αυτοί οι μη νόμιμοι μετανάστες παράγουν τον πλούτο του πλανήτη, κι όμως είναι εντελώς αναλώσιμοι σε στιγμές κρίσεων.

[...] Είναι εντελώς ακατανόητο σε εμένα το γιατί οι νέες επαναστατικές δυνάμεις στην Αίγυπτο δεν απαίτησαν να ανοίξουν τα σύνορα μεταξύ της Λιβύης και της Αιγύπτου, ώστε να επιστρέψουν οι συμπατριώτες τους στις εστίες τους.

Η αντεπανάσταση ποντάρει στον θρησκευτικό διαχωρισμό προκειμένου να διαλύσει την αραβική αντίσταση. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ισραήλ, στον Λίβανο, και της σύγκρουσης σιιτών - σουνιτών στο Ιράκ, το καθεστώς των σουνιτών κληρικών στη Σαουδική Αραβία εξαπέλυσε ένα αντι-σιιτικό πογκρόμ.

Δέκα χρόνια πριν, στο Μπαχρέιν, ο υπουργός Δικαιοσύνης και ισλαμικών υποθέσεων, σεΐχης Αμπντ Αλάχ Μπιν Χαλίντ Αλ Χαλιφά κατηγόρησε «κάποια ισλαμικά κινήματα», κυρίως σιιτικά, γιατί «διαλέγουν το μονοπάτι του εξτρεμισμού», επιτρέποντας έτσι στις μυστικές υπηρεσίες να εξαπολύσουν κυνηγητό εναντίον τους. Ήταν ένας πολύ βολικός τρόπος για να ρίξει κι άλλο νερό στον μύλο της αδικίας.

Το 1845 ένας Βρετανός αξιωματούχος ήταν παρών κατά την εξέγερση που πραγματοποιήθηκε στο Μπαχρέιν. Τότε έγραψε:

«Ένας μεγάλος αριθμός των επιφανέστερων και πιο πλούσιων κατοίκων, προκειμένου να αποφύγουν τις συνέπειες της εντεινόμενης αναρχίας και του χάους, απομακρύνθηκαν από τις εχθροπραξίες προς το Κουβέιτ και άλλες περιοχές της περσικής ακτής, όπου και εγκαταστάθηκαν, για να επιστρέψουν όταν εμφανιστούν τα πρώτα δείγματα ειρήνης, σταθερής κυβέρνησης, σεβασμού της ιδιοκτησίας και της ζωής».

Έτσι και η αντεπανάσταση του 2011 μελετά τις εξελίξεις και περιμένει τους πράκτορές της να δουλέψουν γι’ αυτήν.

[...] Εάν τα πράγματα δυσκολέψουν, ποντάρει στο ιππικό των συμμάχων του Βορρά. Η επέμβαση μπορεί να μην πραγματοποιήθηκε στην Λιβύη, αλλά ήδη έχει πραγματοποιηθεί στην Αραβική Χερσόνησο.

Πέρσι, η αμερικανική κυβέρνηση προέβη σε μια συμφωνία πώλησης όπλων ύψους 60 δισ. δολ. με την Σαουδική Αραβία. Αυτή περιλαμβάνει ελικόπτερα μπλάκχωκ και little Bird, που είναι πολύ χρήσιμα για κατασταλτικές επιχειρήσεις. Εάν η πολιτική θερμοκρασία ανέβει στη Χερσόνησο, αυτά τα ελικόπτερα θα φέρουν τα «πρώτα δείγματα της ειρήνης και μιας σταθερής κυβέρνησης» στην περιοχή.

* Ο Βιτζέι Πράσαντ είναι καθηγητής της ιστορίας της Νότιας Ασίας και διευθυντής Διεθνών Σπουδών στο Trinity College


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget