Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Το Βερολίνο δίνει λάθος συνταγή για την κρίση


Από τους Financial Times (via Euro2day)

Του Wolfgang Munchau

Νομίζετε λοιπόν ότι η κρίση τελείωσε; Ορισμένοι από τους πολιτικούς ηγέτες της Ευρώπης εξαρχής επέρριψαν τις ευθύνες για την ετήσια πλέον αναταραχή στην ευρωζώνη στους Αγγλοσάξονες κερδοσκόπους. Εάν αυτή είναι και η δική σας άποψη, τότε μπορείτε να ησυχάσετε. Οι κερδοσκόποι κινούνται σε άλλη κατεύθυνση. Η κρίση εξ ορισμού έχει τελειώσει.

Αυτή η θέση, βεβαίως, είναι πνευματικά... οκνηρή. Όπως και ο χαρακτηρισμός της κρίσης ως αποκλειστικά δημοσιονομικής. Μόνο στην Ελλάδα η κρίση ήταν ξεκάθαρα δημοσιονομική. Πουθενά αλλού. Κατά συνέπεια η αλλαγή του δημοσιονομικού καθεστώτος δεν είναι η λύση.

Οποιαδήποτε συζήτηση για έναν μόνιμο μηχανισμό επίλυσης του προβλήματος θα έπρεπε να αρχίσει με έναν πιο σαφή ορισμό. Εγώ θα την περιέγραφα ως κρίση που προήλθε από την έλλειψη ανταγωνιστικότητας αλλά και από τα τραπεζικά συστήματα που παρουσιάζουν εθνικό κατακερματισμό και ανάγκες περισσότερων κεφαλαίων. Το θέμα της ανταγωνιστικότητας, από μόνο του, είναι «μάταιη, αλλά όχι σοβαρή» κατηγορία. Το συνδυαστικό πρόβλημα χρέους και ανταγωνιστικότητας όμως είναι σοβαρό.

Εάν συμφωνείτε ότι αυτή είναι η κρίση που πρέπει να λυθεί, τότε η εναρμόνιση των ορίων συνταξιοδότησης ή η επικέντρωση στη διασυνοριακή κινητικότητα του εργατικού δυναμικού είναι κουταμάρα. Αυτή, όμως, είναι η συζήτηση που διεξάγεται τώρα στις Βρυξέλλες.

Μία πιο σοβαρή προσέγγιση στην κρίση θα ξεκινούσε με ένα συνολικό πανευρωπαϊκό σχέδιο για την αναδιάρθρωση των κεφαλαίων και τη συρρίκνωση του τραπεζικού κλάδου. Στη συνέχεια θα προχωρούσε σε αναδιάρθρωση των κρατικών χρεών οποιουδήποτε κράτους το χρειάζεται. Έτσι, αντί να ονειρεύεται κανείς μηχανισμούς συντονισμού οικονομικής πολιτικής για τη μετά την κρίση εποχή, μήπως πρέπει να επικεντρωθεί πρώτα στην επίλυση της κρίσης;

Τα δύο κρίσιμα σημεία αυτής της προσέγγισης είναι η αναδιάρθρωση κεφαλαίων των τραπεζών και η αναδιάρθρωση κρατικών χρεών. Οπισθοδρομούμε ως προς το πρώτο και υποτιμούμε τις συνέπειες του δεύτερου. Είναι δύσκολο να εκτιμήσει κάποιος το ακριβές κόστος της αναδιάρθρωσης κεφαλαίων του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου. Έχω ακούσει μία αξιόπιστη εκτίμηση της τάξεως των 100 - 200 δισ. ευρώ.

Τα stress tests του 2010 κατέληξαν στην πενιχρή εκτίμηση των 3,5 δισ. ευρώ. Πρόκειται για σκόπιμη προσπάθεια των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών να δώσουν εσφαλμένα στοιχεία και να παραπλανήσουν τον κόσμο. Με βάση όσα ακούω και για τον επόμενο γύρο των τεστ κοπώσεως, εκτίμησή μου είναι πως και πάλι θα υπάρξει προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας. Γιατί όμως η Ε.Ε. διστάζει τόσο πολύ να αντιμετωπίσει την κρίση; Δύο είναι οι λόγοι:

Πρώτον, γιατί οι εθνικές αρχές επικεντρώνονται στην ανταγωνιστικότητα του εθνικού τραπεζικού συστήματος. Φοβούνται ότι πραγματικά stress tests, που θα διεξάγονταν από το Λονδίνο ή από την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή, μπορεί να δημιουργούσαν μειονέκτημα στον εθνικό τους πιστωτικό κλάδο.

Δεύτερον, διότι η αντιμετώπιση της κρίσης είναι πολύ δαπανηρή. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να δεσμεύσουν πραγματικά κεφάλαια για την κρατικοποίηση των τραπεζών και στη συνέχεια την αναδιάρθρωση των κεφαλαίων τους.

Όσοι δεν γνωρίζουν ξαφνιάζονται όταν μαθαίνουν ότι οι στηρίξεις κρατών από την Ε.Ε. (το δάνειο προς την Ελλάδα τον προηγούμενο χρόνο και η δημιουργία του ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοοικονομικής σταθερότητας τον Μάιο) δεν έχουν προς παρόν ακόμη κοστίσει στον φορολογούμενο ούτε δεκάρα. Αυτά τα δάνεια στηρίζονται από εγγυήσεις.

Όταν όμως αρχίσει η πραγματική αντιμετώπιση της κρίσης, τότε όλα αυτά θα είναι πιο ακριβά.

Η αναδιάρθρωση του ελληνικού κρατικού χρέους θα σημάνει μεγάλες ζημίες για τις τράπεζες και τους ασφαλιστικούς ομίλους. Μέρος αυτού του κόστους τελικά θα καταλήξει στον φορολογούμενο. Εκτιμώ επίσης πως και η Ιρλανδία θα αναγκαζόταν σε αυτήν την περίπτωση να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση χρεών με επίσης δαπανηρές χρηματοοικονομικές επιπτώσεις ανά την Ευρώπη.

Η ιδέα ότι η Ελλάδα και η Ιρλανδία μπορούν να αποπληρώσουν πλήρως τα χρέη τους και έγκαιρα είναι ο θρίαμβος της ελπίδας έναντι όσων γνωρίζουμε από την ιστορία των οικονομικών κρίσεων.

Η πραγματική αντιμετώπιση των κρίσεων είναι και πολιτικά επικίνδυνη. Οι πολιτικοί βρίσκουν πολύ πιο βολικό να συζητούν για την ανταγωνιστικότητα. Η προηγούμενη εμπειρία, ωστόσο, δεν είναι και τόσο ενθαρρυντική. Θυμάστε την ατζέντα της Λισσαβώνας; Έχει πλέον εξελιχθεί σε δυσλειτουργική διακυβερνητική προσπάθεια για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.

Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού Νότου δεν μπορεί να επιτευχθεί με μία πολιτική συμφωνία κατά τη διάρκεια κάποιου δείπνου. Απαιτεί μαζική απώλεια εθνικής κυριαρχίας και βαθιές τομές στα εθνικά μισθολογικά συστήματα.

Καμία χώρα, ούτε καν η Ελλάδα, δεν έχει ακόμη προετοιμάσει τον λαό της για εκείνα που αδιαμφισβήτητα θα αποτελούσαν τη μεγαλύτερη αλλαγή στην κοινωνική πολιτική του τελευταίου αιώνα.

Ακόμη και εάν δεχτεί κανείς την ατζέντα της κ. Angela Merkel για την ανταγωνιστικότητα ως σίγουρο πρόγραμμα συντονισμού για την εποχή μετά την κρίση, αυτή εξακολουθεί να έχει έλλειψη αξιοπιστίας, γιατί έχει δημιουργηθεί ως προσπάθεια της Γερμανίας για επιβολή της οικονομικής της πολιτικής σε άλλες χώρες. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ώθηση γερμανικής πολιτικής ηγεμονίας που είδα στη ζωή μου. Είναι το τίμημα που βάζει η Γερμανίδα καγκελάριος για να δώσει την έγκρισή της στην αύξηση των κεφαλαίων του ταμείου στήριξης.

Στο πλαίσιο του quid pro quo, που αδιαμφισβήτητα υπάρχει σε τέτοιες διαπραγματεύσεις, θα ζητούσα από τη Γερμανία πολύ περισσότερα από ένα ισχυρότερο ταμείο στήριξης. Η κ. Sylvie Goulard, η Γαλλίδα ευρωβουλευτής, τόνισε την προηγούμενη εβδομάδα πως, αν η κ. Merkel συζητά για ανταγωνιστικότητα, τότε και οι άλλοι πρέπει να έχουν το δικαίωμα να μιλούν για ομόλογο ευρωζώνης.

Συμφωνώ. Σαφέστατα δεν είναι ωραίο για χώρες όπως η Ισπανία να έχουν εργατική νομοθεσία που θα έρχεται από το Βερολίνο και νόμισμα από τη Φραγκφούρτη, αλλά τα χρέη να παραμένουν στην Ισπανία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget