Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Η Οδύσσεια της Ελλάδας στον χρηματιστηριακό κόσμο μόλις ξεκίνησε


Από το XrimaNews

Του Πάνου Παναγιώτου

Το διεθνές χρηματιστηριακό σύστημα είναι δαιδαλώδες, με νομοθεσίες που μπορούν να εξασφαλίσουν ακόμη και την απόλυτη ανωνυμία στην ελίτ των επενδυτικών κεφαλαίων (dark pool trading), παρέχοντας της έτσι την καλύτερη δυνατή κάλυψη όταν δραστηριοποιείται μέσα σε αυτό.

Η πολυπλοκότητα, ο διεθνής χαρακτήρας και το αχανές μέγεθος της χρηματιστηριακής οικονομίας επιτρέπουν στις διεθνείς τράπεζες και στις επενδυτικές εταιρείες να προβαίνουν σε τέτοιου είδους συμμαχίες και να δημιουργούν τέτοιας μορφής συσσωματώσεις δυνάμεων που στην πραγματική οικονομία το πιθανότερο είναι πως αντίστοιχες συνεργασίες θα θεωρούνταν καρτέλ.


Έτσι μία τράπεζα με παγκόσμια παρουσία και επιρροή μπορεί να συνεργαστεί με μία άλλη διεθνή τράπεζα ή μία επενδυτική εταιρεία διά μέσου της χρηματιστηριακής και όχι της νομικής οδού, με έναν τρόπο που μπορεί να είναι ταυτόχρονα πολύ ουσιαστικός και ελάχιστα ή καθόλου φανερός.

Και επειδή στη χρηματιστηριακή οικονομία ο βασιλιάς είναι το ρευστό, μία προϋπόθεση που κατά κανόνα είναι απαραίτητη προκειμένου να σφραγιστεί μία χρηματιστηριακή «φιλία» είναι η μεταφορά κεφαλαίων από τον ένα χρηματιστηριακό «εταίρο» στον άλλο, μέσω της αγοράς ενός σημαντικού αριθμού μετοχών ή ακόμη και μέσω της ανταλλαγής κεφαλαίων, έτσι ώστε ή κάθε εταιρεία να έχει σημαντικό αριθμό μετοχών της άλλης.

Με αυτόν τον τρόπο τράπεζες και επενδυτικές εταιρείες μπορούν να συνδέσουν τη χρηματιστηριακή τους μοίρα, να αλληλοστηριχθούν και να εξυπηρετήσουν η μία τα συμφέροντα της άλλης με ποικίλους τρόπους.

Οι κρυφές χρηματιστηριακές «φιλίες» είναι που κάνουν δύσκολη την αναγνώριση όλων των πλευρών που λαμβάνουν μέρος σε μία επιχειρηματική συμφωνία ή σε μία επένδυση, καθώς, ενώ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων βλέπει κανείς, για παράδειγμα, την BlackRock, πίσω από αυτήν είναι δυνατόν να υπάρχουν διαπραγματευτές ή συμφέροντα, τα οποία δεν πρόκειται να δει ποτέ, τουλάχιστον αν δεν μπει στον κόπο να ψάξει ενδελεχώς.

Έτσι, μπορεί ένα κράτος να κλείσει μία συμφωνία με μία διεθνή τράπεζα ή μία συνεργασία με μία επενδυτική εταιρεία, αλλά στην ουσία οι πραγματικοί εταίροι του κράτους να είναι οι βασικοί μέτοχοι της τράπεζας αλλά και όλοι αυτοί με τους οποίους τη συνδέει χρηματιστηριακή «φιλία» και «συνεργασία», ακόμη και μέσω δεύτερων, τρίτων κ.λπ. «συνεργατών».

Αυτός είναι ένας λόγος που κάθε σκέψη για συνεργασία ενός κράτους με έναν από τους μεγάλους παίκτες του διεθνούς χρηματιστηριακού συστήματος πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και έπειτα από πολλή έρευνα ώστε να εξασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή διαφάνεια, δεδομένου ότι αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο εξαιτίας των ίδιας της δομής του χρηματιστηριακού συστήματος.

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι το πρώτο που τέθηκε ως ζητούμενο στον απόηχο της τραπεζικής κρίσης του 2008 ήταν η υιοθέτηση κανόνων εποπτείας του χρηματιστηριακού κόσμου καθώς η έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών, οι κρυφές συνεργασίες, η απληστία και η ασυδοσία με την οποία θεωρήθηκε ότι λειτούργησαν μερικές από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου αναδείχτηκαν ως γενεσιουργές αιτίες της καταστροφής που τελικά προκλήθηκε.

Για παράδειγμα, στην καρδιά της κρίσης στην αγορά κατοικίας και της τραπεζικής κρίσης που ακολούθησε και πήρε διεθνείς διαστάσεις, θεωρήθηκε πως βρισκόταν η χρηματιστηριακή «σχέση» των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης με κορυφαίες τράπεζες, όπως η Goldman Sachs, με τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης να βαθμολογούν με άριστα τιτλοποιημένα ενυπόθηκα δάνεια και τις τράπεζες να τα πουλούν σε επενδυτές ως «χρυσάφι» αυξάνοντας την πλασματική ποσότητα χρήματος στην αγορά, μόνο για να ξεκινήσει ξαφνικά η δριμεία υποβάθμισή τους, να αποδειχτεί πως ο «χρυσός» ήταν «σκουπίδια» και η πλασματική ρευστότητα να εξαφανιστεί από το σύστημα προκαλώντας του ασφυξία.

Η «φιλία» οίκων αξιολόγησης και μεγάλων τραπεζών βοήθησε τις δεύτερες να κερδίσουν τόσο στην άνοδο της αγοράς κατοικίας, όσο οι οίκοι αξιολογούσαν τα τιτλοποιημένα ενυπόθηκα δάνεια με άριστα, όσο και στην κατάρρευσή της όταν περισσότερο από το 95% των ενυπόθηκων τίτλων υποβαθμίστηκαν με την πλειοψηφία αυτών να καταλήγουν με βαθμολογίες C ή D.

Το πόρισμα της σχετικής έρευνας που ολοκληρώθηκε από τις αμερικανικές αρχές το 2011 ανέδειξε αυτές τις κρυφές χρηματιστηριακές «σχέσεις» και αποκάλυψε αρκετές λεπτομέρειες για τον τρόπο που η ελίτ του κεφαλαίου συνεργάστηκε άτυπα.

Έτσι, ένα μοντέρνο χρηματιστηριακό προϊόν που δημιουργήθηκε με τη συνδρομή του ιδρυτή της BlackRock, Larry Fink, δηλαδή τα τιτλοποιημένα ενυπόθηκα δάνεια, χρησιμοποιήθηκε από πανίσχυρες τράπεζες όπως η Goldman και η Deutsche Bank που με τη «βοήθεια» των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης προκάλεσαν τη φούσκα στην αμερικανική αγορά κατοικίας.

Οι ίδιες οι ΗΠΑ βρέθηκαν στην αρχή να αποκομίζουν κέρδη από αυτήν την κατάσταση εξαιτίας της μεγάλης ανάπτυξης που δημιουργήθηκε σε όλους τους συνδεδεμένους με την αγορά κατοικίας κλάδους, η οποία πέρασε στην πραγματική οικονομία βοηθώντας τη χώρα να ξεπεράσει την ύφεση του 2001-2002.

Στη συνέχεια, όμως, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με μία τρομακτικών διαστάσεων κρίση, αποτέλεσμα του ίδιου χρηματιστηριακού συστήματος, το οποίο εμπιστεύτηκε χωρίς να μπορέσει να το εποπτεύσει σωστά και χωρίς να καταφέρει να το ελέγξει επαρκώς.

Αν, λοιπόν, κράτη όπως οι ΗΠΑ δεν μπόρεσαν να εποπτεύσουν και να ελέγξουν τις διεθνείς τράπεζες και τις μεγάλες επενδυτικές εταιρείες και απέτυχαν να προστατευτούν από αυτές, επιτρέποντάς τους να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες ενός συστήματος το οποίο γνωρίζουν καλύτερα απ' τον καθένα και τελικά να βλάψουν τόσο τους υπόλοιπους συμμετέχοντες σε αυτό όσο και τα ίδια, τότε μπορεί κανείς να υποθέσει με ασφάλεια ότι ο έλεγχος των διεθνών τραπεζών και των επενδυτικών εταιρειών και η εύρεση τρόπων προστασίας από αυτές από μία χώρα όπως η Ελλάδα αποτελεί ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα.

Έτσι, όταν η Ελλάδα αποφάσισε να «συνεργαστεί» με την BlackRock, παρέχοντας σε μία ιδιωτική εταιρεία την αποκλειστική και εξαιρετικής σημασίας αρμοδιότητα να ελέγξει τα δανειακά χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών και επιτρέποντάς της με αυτόν τον τρόπο να περάσει από «ακτινογραφία» τις ελληνικές τράπεζες και μέσω αυτών ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, είναι πιθανό να μην γνώριζε τη χρηματιστηριακή της «φιλία» με την Goldman Sachs, την εταιρεία που αποτέλεσε την πέτρα του «σκανδάλου» στην υπόθεση όπου η χώρα κατηγορήθηκε πως απέκρυψε το χρέος της και ότι «έκλεψε» προκειμένου να πάρει μία θέση στην Ευρωζώνη, γεγονός που χρησιμοποιήθηκε στην αρχή της ελληνικής κρίσης για να τη μεγενθύνει.

Και όμως, η BlackRock είναι ο τρίτος μεγαλύτερος θεσμικός επενδυτής / μέτοχος στην Goldman Sachs κατέχοντας το 3,95% των μετοχών της μέσω της BlackRock Fund Advisors (στοιχεία από Financial Times) και έτσι η χρηματιστηριακή της «φιλία» και οι σχέσεις της μαζί της είναι πολύ ισχυρές.

Είναι, όμως, αμφίβολο αν η Ελλάδα γνώριζε τη χρηματιστηριακή «σχέση» με την Goldman Sachs και μίας άλλης εταιρείας, της Lazard, όταν την προσέλαβε ως σύμβουλο του κράτους στην κρισιμότερη περίοδο των τελευταίων 60 ετών. Και όμως, η Goldman Sachs είναι ο τρίτος μεγαλύτερος θεσμικός επενδυτής / μέτοχος στη Lazard, κατέχοντας το 3,83% των μετοχών της (στοιχεία από Financial Times).

Ποιους άλλους, όμως, προσκάλεσε και ποιους εξυπηρετεί, πιθανόν χωρίς να το γνωρίζει, η Ελλάδα, όταν άνοιξε διάπλατα την πόρτα στην BlackRock; Είναι άραγε γνωστό πως στους δέκα μεγαλύτερους θεσμικούς επενδυτές / μετόχους της BlackRock συμπεριλαμβάνεται η εταιρεία Paulson & Co., Inc με 1,39%, ιδιοκτήτης της οποίας είναι ο δισεκατομμυριούχος κερδοσκόπος John Paulson (39ος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο: Forbes 2011), ο οποίος στις 3 Μαρτίου 2010 κατηγορήθηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ότι μαζί με τους Soros, Cohen και Einhorn οργάνωσε την επίθεση στο ευρώ;

Ως μία από τις χαρακτηριστικότερες και με ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα «φιλίες» της BlackRock μπορεί να αναφερθεί αυτή με την εταιρεία Neuberger Berman LLC (ιδρυτής της ο Roy Rothschild Neuberger), η οποία είναι ο έβδομος μεγαλύτερος θεσμικός επενδυτής / μέτοχος στην BlackRock.

Όπως είχε αναφερθεί σε άρθρο του Ιουνίου του 2010 (συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Υπόθεση Ελληνική Κρίση - Περίεργες Συμπτώσεις», εκδόσεις Λιβάνη), η Neuberger Berman ήταν, αν όχι η πρώτη, μία από τις πρώτες εταιρείες που πούλησαν μαζικά μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (1,7 εκατομμύρια μετοχές) στο κρίσιμο τελευταίο τρίμηνο του 2009 προκαλώντας εμμέσως την κατάρρευση του ελληνικού χρηματιστηρίου.

Παράλληλα η εταιρεία είναι από τους μεγαλύτερους θεσμικούς επενδυτές / μετόχους του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody's (ποσοστό 2,71%); Ο νυν πρόεδρος της Neuberger Berman ήταν πρώην πρόεδρος του επενδυτικού τμήματος της Lehman Brothers και πρώην συνεταίρος και πρόεδρος του επενδυτικού τμήματος της Goldman Sachs.

Και καθώς έγινε αναφορά στους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης, αξίζει να σημειωθεί πως η BlackRock είναι ο τρίτος μεγαλύτερος θεσμικός επενδυτής / μέτοχος (με 3,51% μέσω της BlackRock Fund Advisors και 2,83% μέσω της BlackRock Advisors) στη Moody's και ο τέταρτος στη McGraw-Hill Companies, μητρική του οίκου Standard and Poor's, που με τις υποβαθμίσεις τους προκάλεσαν μία άνευ προηγουμένου βλάβη στη χώρα, ενώ κατηγορήθηκαν από Έλληνες, Ευρωπαίους και Αμερικανούς αξιωματούχους για το ρόλο τους τόσο στην αμερικανική και τη διεθνή όσο, στην ελληνική και στην ευρωπαϊκή κρίση.

Έχει, επίσης, τη δική της ιδιαίτερη σημασία η σχέση της BlackRock με την Barclay's Bank, στην οποία είναι ο μεγαλύτερος επενδυτής / μέτοχος κατέχοντας το 8% των μετοχών της τράπεζας, πρόεδρος της οποίας είναι ο Marcus Agius, πρώην πρόεδρος της Lazard (σημερινός σύμβουλος της Ελλάδας) και νυν σύζυγος της Katherine Rothschild, κόρης του τραπεζίτη Edmund De Rothschild της ίδιας τραπεζικής οικογένειας με αυτήν του Roy Rothschild της Neuberger Berman.

Ιδιαίτερη είναι η σχέση της BlackRock και με τη Norges Bank Investment Management, το επενδυτικό σχήμα της Νορβηγίας που μέχρι και το 2010 ήταν ο μεγαλύτερος θεσμικός επενδυτής / μέτοχος στο ΧΑ και επενδυτικός σύμβουλος του οποίου είναι η La Compagnie Benjamin De Rothschild S.A., της ίδιας τραπεζικής δυναστείας με αυτήν που αναφέρθηκε παραπάνω. Η Norges Bank Investment κατέχει το 7,30% των μετοχών της BlackRock και είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος μέτοχος της.

Μα και η ίδια η BlackRock είχε μεγάλη συμμετοχή στο Χ.Α., καθώς ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος επενδυτής / μέτοχος στο ελληνικό χρηματιστήριο το 2010 (ανάλυση με στοιχεία από Fianancial Times), ενώ ακόμη και σήμερα κατέχει μέσω της BlackRock Fund Advisors το 5% της ΔΕΗ και είναι μέσα στους δέκα μεγαλύτερους θεσμικούς επενδυτές / μετόχους σε ελληνικές τράπεζες όπως η Εθνική και η Eurobank (στοιχεία: Financial Times).

(Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στον ελληνικό Τύπο στις 8 Ιουνίου 2010 και περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Υπόθεση Ελληνική Κρίση - Περίεργες Συμπτώσεις», εκδόσεις Λιβάνη, είχε αναφερθεί πως: η Black Rock είναι παράλληλα: ο δεύτερος μεγαλύτερος διεθνής επενδυτής στο Χ.Α., βασικός μέτοχος στη Goldman Sachs, βασικός μέτοχος στους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody's και S&P).

Ο αντίλογος, βέβαια, σε όλα τα παραπάνω και άλλα στοιχεία που αναδεικνύουν ένα ισχυρό πλέγμα συμφερόντων με επίκεντρο την BlackRock μπορεί να είναι ότι όλα αυτά δεν είναι παρά συμπτώσεις άνευ σημασίας, οι οποίες μπορούν να συναντηθούν μέσα στον χρηματιστηριακό κόσμο και ιδιαίτερα μεταξύ κολοσσιαίων τραπεζών και επενδυτικών εταιρειών.

Ίσως αυτό να ισχύει πράγματι. Τότε δεν έχει καμία σημασία πως η BlackRock είναι ο πέμπτος μεγαλύτερος μέτοχος της Noble Energy, Inc, της εταιρείας που ανέλαβε τις τρέχουσες έρευνες για την ανεύρεση φυσικού αερίου σε περιοχή της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (AOZ).

Και σίγουρα τότε θα είναι συμπτωματικό ότι ο μεγαλύτερος μέτοχος της Noble Energy (κατέχει το 12,36% των μετοχών της) είναι η Fidelity Management & Research Co (υποδιευθυντής της – senior vice president – είναι ο Bill Rothschild), η οποία τυχαίνει να είναι και ο όγδοος μεγαλύτερος μέτοχος της BlackRock. Σίγουρα θα πρόκειται τότε για σύμπτωση πως η Fidelity αγόρασε 2,73 εκατ. μετοχές της Noble Energy μεταξύ 31 Μαρτίου και 30 Ιουνίου του 2011.

Και φυσικά σε μία τέτοια περίπτωση είναι άνευ ουσίας και συμπτωματικά και τα επτά έγγραφα (εκ των οποίων τα έξι απόρρητα) που εστάλησαν μεταξύ Αυγούστου 2008 και Ιουλίου 2009 από την αμερικανική πρεσβεία στην Κύπρο προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και που δημοσιοποιήθηκαν από τη Wikileaks, όπου αναφέρεται ότι «ο εκπρόσωπος της Noble Energy μας είπε ότι αποφάσισαν να κάνουν προσφορά (σ.σ.: στον πλειοδοτικό διαγωνισμό εκμετάλλευσης της κυπριακής AOZ) μόνο την τελευταία στιγμή, κατά κύριο λόγο με παρότρυνση από τους Ισραηλινούς εταίρους τους» (δημοσιεύτηκε στην «Ημερησία», 27 Αυγούστου 2011).

Όπως και να έχει, ο χρηματιστηριακός κόσμος έχει αποδείξει την επικινδυνότητά του και, αν υπάρχει κάτι δεδομένο σε αυτόν, είναι πως οι «κάτοικοι» του ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για τα δικά τους συμφέροντα παρά για αυτά ενός η περισσότερων κρατών. Και η Ελλάδα έχει ανοίξει «παρτίδες» με τους ισχυρότερους παίκτες αυτού του αμείλικτου κόσμου, χωρίς να έχει μακρόχρονη χρηματιστηριακή «κουλτούρα», χωρίς την κατάλληλη τεχνογνωσία, την υποδομή, τα μέσα ή τις δυνάμεις για να αμυνθεί αν οι «διαπραγματεύσεις» κάποια στιγμή χαλάσουν.

Έτσι, η χώρα φαίνεται να ξεκίνησε όχι ένα σύντομο ταξίδι, αλλά μία Οδύσσεια μέσα στον χρηματιστηριακό κόσμο και, αν δεν απεξαρτηθεί σύντομα από αυτόν ή αν δεν μάθει άμεσα να κινείται μέσα του με απαράμιλλη μαεστρία, κινδυνεύει να αργήσει πολύ να βρει τον δρόμο της και να ταξιδεύει χαμένη για πολλά χρόνια μέσα σε αυτόν αναζητώντας μία Ιθάκη σε λάθος κατεύθυνση, όσο οι μνηστήρες που η ίδια προσκάλεσε θα λυμαίνονται την ίδια και τους πολίτες της.

* Επικεφαλής χρηματιστηριακής τεχνικής ανάλυσης (XrimaNews.gr, GSTA/EKTA Ltd, WTAEC Ltd)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget