Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Ποιους σώζει η «διάσωση» Ελλάδας - Ιρλανδίας;


Από το analitis.com

Του Πάνου Παναγιώτου*

Πριν η Ελλάδα προσφύγει στο ΔΝΤ είχα παρουσιάσει στοιχεία που έδειχναν ότι οι πρώτοι διασωθέντες από μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν οι τράπεζες και οι δεύτεροι τα κράτη με τη μεγαλύτερη έκθεση σε ελληνικό χρέος. Ακολούθησε μία σειρά εκθέσεων μεγάλων διεθνών οικονομικών ινστιτούτων και οργανισμών που επιβεβαίωναν ότι το πακέτο στήριξης διέσωζε τις τράπεζες και όχι τη χώρα.

Μετά την προσφυγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ παρουσίασα νέα στοιχεία σχετικά με τη δημιουργία ενός μηχανισμού μεταφοράς του χρέους από τους ισολογισμούς των τραπεζών σε αυτούς του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και κρατών της Ε.Ε. και αλλαγής καίριων χαρακτηριστικών του ελληνικού χρέους, όπως το δίκαιο που το διέπει, το επιτόκιό του και την επιβάρυνση του με εμπράγματες ασφάλειες επί του ελληνικού δημοσίου (ενώ νωρίτερα ήταν απαλλαγμένο).

Η «ιρλανδική κρίση», ωστόσο, αποτελεί τη μεγαλύτερη μέχρι τώρα επιβεβαίωση ότι δεν είναι τα κράτη που επιθυμούν διακαώς τη «σωτηρία» τους, αλλά οι δανειστές και οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις που «καίγονται» να τα «σώσουν». Η Γερμανία έχει συνολική οικονομική έκθεση στην Ιρλανδία της τάξης των 138 δισ. δολαρίων, ποσοστό που φτάνει στο 4,1% του ΑΕΠ της, ενώ η Γαλλία έχει έκθεση της τάξης του 2% του ΑΕΠ της.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι πως τη μεγαλύτερη έκθεση στην Ιρλανδία έχει η Βρετανία, ύψους 208 δισ. δολαρίων, που αντιστοιχεί στο 9,6% του ΑΕΠ της, ενώ έκθεση ύψους 138 δισ. δολαρίων στην Ιρλανδία έχουν και οι ΗΠΑ (στοιχεία από Bloomberg).

Οι μη ιρλανδικές τράπεζες έχουν έκθεση σε κρατικό ιρλανδικό χρέος της τάξης των 40 δισ. ευρώ, ενώ οι τράπεζες της Ευρωζώνης έχουν έκθεση 10 δισ. ευρώ, όσο και οι τράπεζες της Ιρλανδίας. Η ΕΚΤ έχει, ήδη, αγοράσει κρατικά ιρλανδικά ομόλογα της τάξης των 15-18 δισ. ευρώ και ένας από τους λόγους της πίεσης στην Ιρλανδία προκειμένου να προσφύγει στον μηχανισμό στήριξης είναι ώστε να αποφευχθεί ένα νέο πρόγραμμα αγοράς ιρλανδικών ομολόγων από την ΕΚΤ, αφού πρέπει να «κρατήσει δυνάμεις», καθώς είναι πιθανό να τις χρειαστεί για να αγοράσει ισπανικά και πορτογαλικά ομόλογα.

Από τη μελέτη των παραπάνω στοιχείων προκύπτει πως το μεγαλύτερο συμφέρον για τη «διάσωση» της Ιρλανδίας έχουν η Βρετανία, η Γερμανία, οι ΗΠΑ και η Γαλλία, οι οποίες μέσω της ΕΚΤ, της Ε.Ε. και του ΔΝΤ προσπαθούν να εξασφαλίσουν ότι οι οικονομίες τους δεν θα δεχτούν το πλήγμα από μία ενδεχόμενη κατάρρευση του τραπεζικού κλάδου της χώρας ή ακόμη και μία πτώχευσή της.

Η Γερμανία προκάλεσε την πολιτική αστάθεια με τις δηλώσεις Μέρκελ, η Γαλλία την ενέτεινε και οι ΗΠΑ και η Βρετανία συντόνισαν τη χρηματοπιστωτική επίθεση εναντίον της Ιρλανδίας κλείνοντάς της την πόρτα της αγοράς κεφαλαίων και σφίγγοντας έντεχνα τη χρηματοπιστωτική «θηλιά» στον λαιμό της.

Αμέσως μετά ασκήθηκαν αφόρητες πιέσεις στην Ιρλανδία να ζητήσει η ίδια τη διάσωσή της (!) και, όταν αυτή αρνήθηκε σθεναρά ζητώντας περισσότερο χρόνο για να αποδείξει ότι μπορεί να τα καταφέρει μόνη της και να αποφύγει, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, την «ταπείνωση», η τρόικα εξήγησε ότι πρέπει να το κάνει για το καλό... της Ευρώπης.

Μετά τη δεύτερη πράξη στην υπόθεση «ευρωπαϊκή κρίση», τα στοιχεία είναι πλέον υπεραρκετά για να αποδείξουν πως το σχέδιο διάσωσης των δανειστών, του ευρώ και της Ε.Ε. (και, όπως θα φανεί και από άλλες περιπτώσεις, και του ΔΝΤ, της Βρετανίας και των ΗΠΑ) περνά μέσα από την εξαντλητική ταλαιπωρία της Ελλάδας και κατά πάσα πιθανότητας της Ιρλανδίας και ίσως και άλλων περιφερειακών ευρωπαϊκών κρατών.

Και ενώ κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ευθύνη της Ελλάδας (αλλά και της Ιρλανδίας) για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, αλλά ούτε και υπάρχει κανείς που να μην θέλει να ληφθούν εκείνα τα μέτρα που θα εξασφαλίσουν ένα καλύτερο αύριο για όλους, αυτό που δείχνουν τα στοιχεία είναι πως ο δρόμος στον οποίο έχει μπει η χώρα είναι πιθανόν όχι μόνο να μην είναι ο πιο ασφαλής, ο πιο ιδανικός και ο πιο σύντομος για την έξοδο από την κρίση και την ουσιαστική βελτίωση της ελληνικής οικονομίας, αλλά αντίθετα ο πλέον επικίνδυνος, προβληματικός και μακρύς.

* Χρηματιστηριακός τεχνικός αναλυτής, διευθυντής GSTA/EKTA


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου