Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

Δεν πουλάμε, νοικιάζουμε...


(Φωτομοντάζ από τον Ατίθασο)

Φαίνεται πως, με το πέρασμα του χρόνου, ο όρος «πρωθυπουργός της Ελλάδας» χάνει κάθε ίχνος αξίας στο Χρηματιστήριο της πολιτικής αξιοπρέπειας. Ύστερα από τον Κωστάκη, που θέλησε να γίνει «Κώστας» και κατάντησε να φύγει νύχτα, φαίνεται ότι και ο Γιωργάκης θα μείνει εσαεί ως «Γιωργάκης» στην Ιστορία της χώρας. Μόνο που γι’ αυτόν ακόμη δεν έχει «κλειδώσει» η ισοτιμία του σε σχέση με τον προκάτοχό του στην κλίμακα της ξεφτίλας.


Ένα απτό δείγμα έδωσε κατά την επίσκεψή του στο Βερολίνο, όταν, ενώπιον της Μέρκελ, δέχτηκε να απαντήσει στην ερώτηση Γερμανού δημοσιογράφου αν πρόκειται να πουλήσει ελληνικά νησιά για να αποπληρώσει τα χρέη της χώρας. Υπερηφάνως ο Γιωργάκης απάντησε:

«Όσον αφορά τη μείωση του χρέους, πρέπει να σας πω ότι υπάρχουν πολύ πιο ενδιαφέροντες τρόποι και αποτελεσματικοί, τολμώ να πω, για να αντιμετωπίσουμε το χρέος, από το να πουλάμε ελληνικά νησιά! Κατ' αρχάς, πρέπει να σας πω ότι εμείς οι Έλληνες αγωνιστήκαμε εδώ και χρόνια, ώστε τα δικά μας νησιά να είναι πραγματικά ελεύθερα ελληνικά νησιά. Και τολμώ να πω ότι θέλουμε να είναι ανεξάρτητα ελληνικά νησιά και τα αγαπάμε. Οπότε το να τα πουλήσουμε, ή να τα ξεπουλήσουμε, είναι κάτι το οποίο δεν σκεφτόμαστε καν».


Είναι κάτι περισσότερο από εντυπωσιακό ένας, υποτίθεται, ηγέτης ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, με αδιαπραγμάτευτη εθνική κυριαρχία, να απαντά σαν... επιχειρηματίας. Γι’ αυτόν, όπως σημειώνει προσφυώς ένας καλός φίλος, η πώληση εθνικού εδάφους δεν είναι πέρα και έξω από κάθε συζήτηση, αλλά ένα απλό ζήτημα συγκυρίας. Έτσι το να πουλήσουμε ή να ξεπουλήσουμε τα νησιά «είναι κάτι το οποίο δεν σκεφτόμαστε καν», όχι από θέση αρχής, αλλά διότι:

* Πολύ απλά δεν χρειάζεται – προς το παρόν – μιας και «υπάρχουν πολύ πιο ενδιαφέροντες τρόποι και αποτελεσματικοί (...) για να αντιμετωπίσουμε το χρέος».

* Παράλληλα υπάρχει ένα είδος συναισθηματικού κωλύματος των Ελλήνων με τα νησιά, μιας και «εμείς οι Έλληνες αγωνιστήκαμε εδώ και χρόνια, ώστε τα δικά μας νησιά να είναι πραγματικά ελεύθερα ελληνικά νησιά».

Έτσι αντιλαμβάνεται ο πρωθυπουργός την εθνική κυριαρχία και την ανεξαρτησία της χώρας του.

Ποιοι όμως είναι αυτοί οι «πιο ενδιαφέροντες τρόποι και αποτελεσματικοί (...) για να αντιμετωπίσουμε το χρέος»; Σύμφωνα με τον ίδιο... «επιχειρηματία», το ξεπούλημα των νησιών «δεν θα βοηθούσε να αντιμετωπίσουμε και το πρόβλημα, ξέρετε, θα ήταν απλά μια κίνηση την οποία θα κάναμε, ενώ εμείς θέλουμε να έχουμε μια οικονομία η οποία να λειτουργεί». Και η συνέχεια:

* «Μια οικονομία η οποία λειτουργεί, η οποία είναι βιώσιμη, σημαίνει να επενδύσει κανείς περισσότερο σ’ αυτά τα νησιά. Ας πούμε, μιλάμε για συνεργασία με τη Γερμανία. Εσείς έχετε πολύ ενδιαφέρουσες τεχνολογίες, όσον αφορά την ηλιακή ενέργεια και την αιολική ενέργεια. Σκεφτείτε τα ελληνικά νησιά, τα οποία μπορεί να γίνουν κάποια στιγμή πράσινα νησιά... Θα ήταν μια πιθανή στενή συνεργασία μεταξύ ημών και της Γερμανίας».

* «Σκεφτείτε όμως πώς θα μπορούσε αυτό να παίξει και ένα ρόλο στην τουριστική μας βιομηχανία και να κάνει την τουριστική βιομηχανία όχι μόνο βιώσιμη, αλλά να παίζει έναν ουσιαστικότερο ρόλο απ’ ό,τι μέχρι σήμερα, στο πλαίσιο της οικονομικής βοήθειας την οποία προσφέρει. Αυτός είναι ο δρόμος τον οποίο θα ακολουθήσουμε».

Με άλλα λόγια το ξεπούλημα των νησιών όχι μόνο δεν αποκλείεται εξαρχής, αλλά θεωρείται «απλά μια κίνηση» που δεν θα αποφέρει πολλά. Τουλάχιστον τόσα όσα ελπίζει ο... πρωθυπουργός να αποφέρει το «να επενδύσει κανείς περισσότερο σ' αυτά τα νησιά».

Τι αντιπροτείνει, λοιπόν, έναντι της πώλησης; Την «πράσινη» και τουριστική ανάπτυξη. Μόνο που αυτή δεν την προαναγγέλλει, ως καλός... επιχειρηματίας, ως ένα ελληνικό αναπτυξιακό σχέδιο, αλλά ως μια προσφορά συνεργασίας προς τους Γερμανούς επιχειρηματίες. Προφανώς έναντι του χρέους που η χώρα μας έχει προς τη δική τους.

Έτσι, αντί να μπλέξει με τις... «συναισθηματικές» περιπλοκές των Ελλήνων και την παράξενη αυτή «αγάπη» για τα νησιά τους, τα τυλίγει σε ένα «πράσινο» περιτύλιγμα και τα παραχωρεί (με δική του πρωτοβουλία;) σε άλλους προς αξιοποίηση. Με την ελπίδα ίσως ότι θα πάρει το κατιτίς του υπέρ της εθνικής προσπάθειας για... «να δανειστούμε λίγο φθηνότερα».

Κι όσο ακούω τη Μαρία Φαραντούρη να τραγουδά «Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε / Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα» και αναλογίζομαι τον Μίκη εκείνης της εποχής και τον Σεφέρη, μια θλίψη με πιάνει για το σημερινό κατάντημα...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου