Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Γιατί η Άκρα Δεξιά στηρίζει τα νέα μέτρα

Του Μανώλη Γ. Βαρδή

Από το The MacManus Diaries και το DemocracyCrisis, 12.3.2010

Κάποτε ο Le Pen είχε δηλώσει ότι ανήκει οικονομικά στη δεξιά, κοινωνικά στην αριστερά και πάνω απ’ όλα στη Γαλλία. Τα λόγια του συνοδεύτηκαν από την (αρχική) νεοφιλελεύθερη ατζέντα της μείωσης της φορολογίας επί του εισοδήματος και της πολιτικής του κατά του 35ώρου. Το Vlaams Blok, στο Βέλγιο, εκθειάζει την συντριπτική νίκη της Θάτσερ κατά των συνδικάτων, ενώ στη Νορβηγία το αντίστοιχο «Κόμμα της Προόδου» συνηγορεί υπέρ μίας ολοκληρωτικής απορρύθμισης της αγοράς και κατάργησης του βασικού μεροκάματου.

Τα ακροδεξιά πολιτικά κόμματα συνήθως (δεν είναι απόλυτο) εισέρχονται στην πολιτική αρένα με μία νεοφιλελεύθερη οικονομική πρόταση και αυτό το γεγονός από μόνο του τα διακρίνει από τα φασιστικά κόμματα του Μεσοπολέμου, τα οποία ήταν κρατικιστικά, διότι διέθεταν μία συνολική πρόταση αναδιαμόρφωσης του κοινωνικού πεδίου (βλέπε Michael Mann, Fascists, Cambridge, 2004, pp. 369εξ. και JEAN-YVES Camus, Métamorphoses de l’extrême droite en Europe, Le Monde Diplomatique, Mai 2002.)

Ο κ. Καρατζαφέρης και το κόμμα του δεν αποτελούν καινοτομία, περισσότερο θα έλεγα είναι χρονικά καθυστερημένοι (αν αναλογιστεί κανείς ότι τα παραπάνω συνέβαιναν τις δεκαετίες του '80, '90 και τα πρώτα χρόνια της τελευταίας). Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Είναι απλά ένα είδος καιροσκοπικής πολιτικής; Είναι προς άγραν ψήφων, αφού ο κόσμος δείχνει ότι απεχθάνεται τους δημοσίους υπαλλήλους και τα συνδικάτα;

Σε επίπεδο κοινωνιολογικής ανάλυσης όλα αυτά τα κόμματα συγκεντρώνουν δυνάμει υποστηρικτές από μικρο-ιδιοκτήτες, άνεργους ή άεργους, υπαλλήλους και αγρότες. Έχουν δηλαδή ένα πολυσυλλεκτικό ακροατήριο, στο οποίο αντιστοιχεί μία ποικιλόμορφη ατζέντα με στοιχεία αντιφατικά: οικονομικό φιλελευθερισμό, κοινωνικό - πολιτισμικό αυταρχισμό, ξενοφοβία και αντίθεση στην πολυπολιτισμικότητα. Σε χώρες με ισχυρή κρατική, πελατειακού τύπου, παρέμβαση αυτή η ατζέντα συναντά ιδιαίτερη επιτυχία, ιδίως στη μεσαία τάξη.

Το βασικό όμως - και εδώ «παίζεται» η επιτυχία του όλου εγχειρήματος - είναι ότι με επιδέξιους χειρισμούς μπορούν να υπερτονίζονται ή να μειώνονται στοιχεία της πολιτικής ατζέντας. Έτσι, όταν τα κόμματα είναι στην αντιπολίτευση μπορούν να «συνενώνουν» ανόμοια ακροατήρια (μικρο-ιδιοκτήτες που είναι υπέρ των νεοφιλελεύθερων μέτρων και εργαζόμενους ή άνεργους που είναι υπέρ της κρατικής παρέμβασης) διά μέσου μίας «σιωπηρής» αναφοράς στο οικονομικό τους πρόγραμμα και μίας μετακύλισης της προβληματικής προς περισσότερο διαταξικά σημεία ανησυχίας όπως είναι η μετανάστευση και η εγκληματικότητα.

Παρόλα αυτά πρέπει να συγκρατήσουμε ότι το οικονομικό τους πρόγραμμα δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο της εκλογικής τους επιτυχίας. Είναι μόνο το «μέσον» για την έκφραση και διοχέτευση της διαμαρτυρίας των πολιτών της Ευρώπης απέναντι στη «μεγάλη κυβέρνηση» και τις επεκτάσεις ενός προνοιακού κράτους (συνδικάτα, γραφειοκρατία κ.ά.).

Αυτό ταιριάζει απόλυτα σε μία μεταμόρφωση του κοινωνικού - εκλογικού τοπίου, καθώς η νέα εποχή έχει προκαλέσει διαβρώσεις στις ταξικές ομάδες, απογοήτευση από τις κυβερνήσεις των παραδοσιακών (και αριστερών) κομμάτων, ανασφάλεια (λόγω της μετανάστευσης και της εγκληματικότητας) και - πάνω απ’ όλα - έχει αλλάξει την ιεραρχία σημασίας των διαφόρων θεμάτων: έτσι, ένας μικρο-ιδιοκτήτης ή άνεργος μπορεί να ψηφίζει ένα τέτοιο κόμμα με νεοφιλελεύθερη ατζέντα, ακόμα και αν το κόμμα αυτό την αλλάζει ανάλογα με τις συγκυρίες ή τοποθετείται ενάντια στην αγορά της Ε.Ε. (άλλη μία ακόμα αντίφαση!), αρκούμενος στην αίσθηση ασφάλειας που του παρέχει και στην έκφραση της δυσαρέσκειάς του.

Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η επιτυχία τέτοιων κομμάτων στις Σκανδιναβικές χώρες και τις Ελβετία και Αυστρία, όταν πολλοί από τους ψηφοφόρους τους ανήκουν σε κατηγορίες πληθυσμού βαθιά εδραιωμένες στο «μεγάλο κράτος» (θα προσθέταμε και την Ελλάδα;).

H πολιτική τους μυθολογία (anti-Big man), που παρουσιάζει το κράτος σαν βαμπίρ, συνενώνοντας στοιχεία ρουσσωϊκής άμεσης δημοκρατίας (οπότε τι να το κάνουμε το κράτος σαν ενδιάμεσο μηχανισμό;) γοητευτικά για την (άκρα) αριστερά, με στοιχεία ενός φιλελευθερισμού της ιδιοκτησίας και της ευθύνης του 18ου αιώνα.

Αυτά συνενώνονται σε ένα κράτος «λαϊκίστικου καπιταλισμού», το οποίο αποτελείται από συνεπείς μικρο-ιδιοκτήτες και το οποίο δεν επιθυμεί τις παγκόσμιες ελεύθερες αγορές. Γι' αυτή τη μυθολογία το κράτος πρόνοιας, όπως αυτό υπηρετείται από κεντροαριστερές και κεντροδεξιές κυβερνήσεις, είναι ένα κράτος φορολόγησης, αδικίας, διαφθοράς και πολυπολιτισμικής παρακμής.

Αυτό το «περίεργο» μόρφωμα ανιχνεύεται έντονα τόσο στο Εθνικό Μέτωπο της Γαλλίας όσο και στη διαδρομή του νεοφιλελεύθερου κόμματος των Φιλελευθέρων της Γερμανίας. Στην περίπτωση της Λίγκας στην Ιταλία το αντιφατικό μόρφωμα τελικά διαλύθηκε προς ένα αμιγώς καθεστωτικό κόμμα νεοφιλελεύθερης οικονομικής απόκλισης. Στην Γαλλία αντίθετα ο Le Pen αναγκάστηκε να συμπεριλάβει στο πρόγραμμά του στοιχεία κοινωνικής πρόνοιας για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των εργατικών στρωμάτων.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η οικονομική ρητορεία αυτών των κομμάτων είναι τόσο αντιφατική και απροσδιόριστη όσο αυτά τα κόμματα είναι «θύματα» της παγκοσμιοποίησης που καταπολεμούν. Το μεταμοντέρνο κιτς του life style των ηγετών τους (όχι όλων, βέβαια), ο νεοφιλελευθερισμός τους και η αντιφατικότητά τους είναι στοιχεία δηλωτικά μίας «αγωνίας» να «συμμετέχουμε κι εμείς» στο νεώτερο «παζάρι», χωρίς την ιδεολογική συνέπεια και κοσμοθεωρία των μεσοπολεμικών φασιστικών ρευμάτων.

Σ’ αυτό το σημείο δίκαια κατηγορούνται από την κατεστημένη αριστερά σαν «νεροκουβαλητές» του μοντέρνου καπιταλισμού, άδικα όμως δεν μελετώνται όπως θα έπρεπε απ’ αυτή την ίδια αριστερά.

Βλέπε:

1. Pierre - André Taguieff, The doctrine of the National Front in France (1972-1989): A «revolutionary» programme? Ideological aspects of a national-populist mobilization, New Political Science, 8, 1:29-70.

2. Herbert Kitschelt, Growth and Persistence of the Radical Right in Postindustrial Democracies: Advances and Challenges in Comparative Research, West European Politics, 30:5, 1176-1206.

3. Jens Rydgren, Explaining the Emergence of Radical Right-Wing Populist Parties: The Case of Denmark, West European Politics, 27:3, 474-502.

4. Anthony J. McGann- Herbert Kitschelt, The Radical Right in the ALPS, Party Politics, vol. 11, 2, 147-171.

5. Kai Arzheimer, Protest, Neo-Liberalism or Anti-Immigrant Sentiment: What motivates the voters of the extreme right in western Europe?, ZFVP2 (2008). 2:173-197.

6. Elisabeth Ivarsflaten, What unites Right-Wing Populists in Western Europe?: Reexamining Grievance Mobilization Models in Seven Successful Cases, Comparative Political Studies, 2008, 41, 3.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου