Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

«Ιθαγένεια»: Απορίες για μια λέξη


Ένα ακόμη κείμενο από Το Ποντίκι (24.2.2010) που μου έκανε «κλικ» και αφορά το μεταναστευτικό και το κυβερνητικό νομοσχέδιο για την ιθαγένεια:

Του Δημήτρη Αρμάου*


Μυστήριο καλύπτει τις προθέσεις της κυβέρνησης ως προς τον τρόπο που χειρίζεται τη μέλλουσα νομιμοποίηση των μεταναστών (άσε την τρέχουσα αποκατάστασή τους...).

Φέτος ο πρωτοχρονιάτικος μποναμάς του ΥΠΕΣ (στην ιστοσελίδα του) ήταν μια καθαρά νομική εξίσωση με την οποία το δυναμικό εμπειρογνωμόνων του προσπάθησε να αναχαιτίσει τη λεξικογραφία και το γλωσσικό αίσθημα τεράστιων (ακόμη) μαζών πληθυσμού: «Υπηκοότητα ίσον ιθαγένεια και ιθαγένεια ίσον υπηκοότητα». Το τι επακολούθησε στο Διαδίκτυο, κι όχι μόνο από αλλόφρονες αρχαιόπληκτους και πατριδοκάπηλους, είναι αδιανόητο (και ο Τύπος ελάχιστα το μαρτυρεί).

Η αλήθεια είναι ότι το ζητούμενο είναι ένα και οι λέξεις (όπως και οι έννοιες γλωσσικά και λογικά, δηλαδή οι σημασίες) δύο. Το ζητούμενο είναι (αφήνοντας κατά μέρος τα οικονομικά συμφέροντα) να αποδοθεί κοινωνική δικαιοσύνη, και ο τρόπος είναι μια νομική ρύθμιση. Με μια κουβέντα: πρόκειται για μονόδρομο. Ας μην μπούμε σε λεπτομέρειες για το πώς θα είναι πιο στρωτός αυτός ο μονόδρομος. Ας μείνουμε στο παράδοξο: γιατί άραγε η κυβέρνηση επιμένει να χρησιμοποιεί για μιαν έννοια (αυτή που αρκεί και που χρειάζεται) δυο τόσο διιστάμενες λέξεις (σημασίες);

Γιατί δεν απογυμνώνει τη λέξη «ιθαγένεια» από κάθε νομικό κύρος; Δεν την «αχρηστεύει», παναπεί, σε πολιτειακό επίπεδο (εκεί όπου μπορεί δηλαδή και όπου «της πέφτει λόγος»); Έχει σκοπό τάχα να αντιμετωπίσει αναλόγως κι άλλα συναφή ζητήματα σημασιολογίας, σε μανιχαϊκά δίπολα που μας κληροδότησε το παρελθόν, όπως «αυτόχθων - ετερόχθων», «ημεδαπός - αλλοδαπός», «ομογενής - αλλογενής» κ.τ.λ.;

Τόσο δύσκολο είναι ακόμα και να μετονομαστεί ο «Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας» σε «Κώδικα Ελληνικής Υπηκοότητας»; («Υπηκοότητα»: λέξη απόλυτα σαφής και εξυπηρετική, που ενοχλεί κάποιους τεχνοκράτες του «νομικού πολιτισμού» μας για τις «μοναρχικές» της ρίζες! – σάμπως να μην είχε παραπέρα διαδρομή –, αλλά και που αναπόφευκτα συνεχίζουν να τη χρησιμοποιούν...)

Τόσο δεσμευτικές είναι οι συγκεχυμένες (όντως) αντιστοιχίες των όρων μεταξύ ευρωπαϊκών γλωσσών, η νομοθετική κατοχύρωση και οι διοικητικές συνήθειες; Δεν φαίνεται καθόλου εύλογο να το υποστηρίξει κανείς. Μέχρι και ο συνταγματικός χάρτης της χώρας, στο μέτρο που αποβλέπει στην ουσία και όχι σε τύπους (οι οποίοι, ως έχουν, μάλλον τους φωνασκούντες ευνοούν), δεν είναι ανεπίδεκτος ερμηνειών και διευκρινίσεων. Τι επιδιώκει άραγε η κυβέρνηση;

Να πείσει τον οποιονδήποτε πάππου προς πάππου θαλασσοδαρμένο ή ορεσίβιο αυτής της γης ότι μέσα σε χρόνο μηδέν, και με διαδικασίες απαραίτητες και θεμιτές, πλην όμως συνοπτικές, μπορεί να μοιραστεί το συλλογικό και ατομικό του καταγωγικό αυτοείδωλο (όπου παραπέμπει συγκινησιακά η λέξη «ιθαγένεια») με έναν (αναξιοπαθούντα και αξιαγάπητο έστω) έπηλυ από την Υποσαχάρια Αφρική; (Προσοχή: σε χρόνο μηδέν και με συνοπτικές διαδικασίες! Ήτοι εκβιαστικά – γιατί, με πίστωση χρόνου, όλα αλλάζουν, και θα αλλάξουν.)

Δεν θα ήταν αφάνταστα απλούστερο τώρα να αξιωθεί η απόλυτη και ισότιμη εκ μέρους όλων παραδοχή του ως συν-πολίτη και μόνο; Η νομοταγής συν-ύπαρξη, την οποία ορίζει χωρίς συναισθηματισμούς και αοριστίες η λέξη «υπηκοότητα»; Είναι αυτό λίγο; Και ποιο είναι το «πολύ»; Να υποθέσουμε ότι κάνει εδώ το ΥΠΕΣ αγώνα δρόμου με την «επείγουσα» παγκοσμιοποίηση; Θέλοντας, λες, να τιμωρήσει τους «Ελληναράδες» και τα «εθνίκια», βάζει σε τέτοια δοκιμασία τη νοημοσύνη (και τα συνεπαγόμενα αισθήματα) του μέσου όρου; Μα τότε η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να καταφέρει «διπλό χτύπημα» (και, σε κάποιο βαθμό, «τυφλό»)!

Τόσο «ιερό» θεωρεί τον τελευταίο τούτο στόχο (την εξόντωση του εθνικισμού), ώστε και ο πρώτος (ο μείζων στόχος) να διακινδυνεύει στην πράξη να ματαιωθεί και αυτή να «φάει το κεφάλι της»; Εκτός... Εκτός κι αν πιστεύει αφενός ότι η εθνική συνείδηση «έχει μετρημένα τα ψωμιά της», ή είναι κιόλας ένας «άταφος νεκρός», και αφετέρου ότι οι νέοι ιθαγενείς αρκούν για να ξαναφέρουν το ΠΑΣΟΚ στην αρχή. Ποιος, αλήθεια, πιστεύει στην εκδοχή ότι αγνές ιδέες ωθούν ένα κόμμα εξουσίας να τινάξει τον κοινωνικό ιστό της χώρας και το μέλλον του στον αέρα για μια λέξη;

* Ο Δημήτρης Αρμάος είναι ποιητής και φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου