Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Διάλογος με την Τουρκία και τουμπεκί ψιλοκομμένο

Η αποδοχή, από τον Γιώργο Παπανδρέου, της πρόσκλησης Ερντογάν για διάλογο εφ’ όλης της ύλης ανοίγει μια νέα σκληρή περίοδο για τα εθνικά θέματα, και μάλιστα εν όψει της άνοιξης, οπότε θα κριθεί αν θα βρεθούμε πάλι μπροστά σε ένα σχέδιο τύπου Ανάν για «επίλυση» του Κυπριακού.

Όποιος παρακολούθησε την εξέλιξη της πίεσης εκ μέρους της Άγκυρας σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του 2009 δεν μπορεί παρά να αντιλαμβάνεται ότι η Τουρκία έχει προ πολλού κλείσει τη φάση της δημιουργίας του θέματος των «γκρίζων ζωνών». Πλέον μπορεί άνετα να περάσει στη δεύτερη, εκείνη της εμπέδωσης όσων κέρδισε στα Ίμια και τη Μαδρίτη, με την υπογραφή της ομώνυμης Συμφωνίας και της διαπραγμάτευσης επί κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.


Πολλοί, είτε από ιδεολογική αφέλεια είτε από συγγνωστή διάθεση «προσαρμογής» σε «τετελεσμένα», εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο διάλογος μπορεί, έστω και με κάποιες... «μικροαπώλειες», να παραγάγει μόνιμες διευθετήσεις.

Όμως η πραγματικότητα δεν περιμένει τους αφελείς και, σε καμιά περίπτωση, δεν αφήνει πλέον περιθώριο ανοχής σε πολιτικές που οδηγούν τη χώρα στην υποταγή της στους νεο-οθωμανικούς προσανατολισμούς της Τουρκίας.

Ο επόμενος μύθος που έχει επί χρόνια καλλιεργηθεί από τον συνειδητό ενδοτισμό και που θα καταρρεύσει πολύ σύντομα είναι ότι τα εθνικά μας θέματα – Κύπρος, Αιγαίο, Θράκη – μπορούν να αντιμετωπιστούν με αποσπασματικές επιμέρους κινήσεις. Δυστυχώς και γι’ αυτούς και για τη χώρα δεν πρόκειται για επιμέρους «προβλήματα»: αντιθέτως για τον τούρκικο επεκτατισμό αποτελούν μια ενιαία σκακιέρα. Κινεί λοιπόν τα πιόνια του βλέποντας όλο το εύρος της παρτίδας, όπως κάθε καλός σκακιστής.

Αντιθέτως οι θλιβερές ελληνικές πολιτικές ηγεσίες περιορίζονται σε πολλές μικρές επιμέρους «προσαρμογές» άλλοτε αδυνατώντας να δουν όλη τη σκακιέρα και άλλοτε αποσκοπώντας σε μια ήττα με το μικρότερο δυνατό κόστος για τη δική τους επιβίωση.

Όμως, μια και μιλάμε για σκάκι και σκακιέρες, καλό είναι να δώσουμε τον λόγο σε έναν ομολογουμένως έμπειρο... σκακιστή και στο κείμενό του με τίτλο «Η τούρκικη... προσφορά διαλόγου». Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενo:

***
Χρειάστηκε πάνω - κάτω δυο μήνες ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου για να απαντήσει θετικά στην πρόταση για εφ’ όλης της ύλης διάλογο που είχε απευθύνει με επιστολή του ο Ερντογάν. Ίσως όλος αυτός ο χρόνος να ήταν απαραίτητος για να «χωνέψουμε» πως ο Τούρκος πρωθυπουργός μάς έκανε μια πρόταση την οποία δεν μπορούμε να... αρνηθούμε.

Οι σινεφίλ μάλλον θυμούνται τη φράση από τις ταινίες της σειράς του «Νονού»: «Θα σου κάνω μια προσφορά που δεν μπορείς να αρνηθείς». Κάποιος που τόλμησε (στην ταινία) να αρνηθεί, ξύπνησε στο κρεβάτι του με το κεφάλι του αλόγου του (χωρίς το άλογο) αγκαλιά... Αυτά βέβαια, θα πει κανείς, γίνονται στις ταινίες...

Στο σίριαλ των ελληνοτουρκικών σχέσεων η «αγριότητα» είναι συγκαλυμμένη. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι η Τουρκία έχει τη διάθεση να κρύψει από τις διπλωματικές της κινήσεις τον «τσαμπουκά» της τοπικής υπερδύναμης. Η επιστολή που από τον περασμένο Οκτώβριο είχε στείλει στον Γ. Παπανδρέου ο Ταγίπ Ερντογάν περιγράφει επακριβώς τον τρόπο με τον οποίο η τούρκικη διπλωματία κινείται – πρωτοπαλίκαρο του μεγάλου (αμερικάνικου) αφεντικού – για να επιβάλει τις απόψεις της.

Στην επιστολή του Ερντογάν υπήρξε μια λεπτομερής καταγραφή των τούρκικων απόψεων – θέσεων για όλα τα ζητήματα που εγείρει η Άγκυρα εις βάρος της Ελλάδας:

* Νησιά, νησίδες και βράχοι στο Αιγαίο με αδιευκρίνιστη κυριαρχία (γκρίζες ζώνες).

* Εύρος ελληνικών χωρικών υδάτων και εναέριου χώρου.

* Στρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων.

* Διασφάλιση των δικαιωμάτων της μουσουλμανικής («τούρκικης» για την Άγκυρα) μειονότητας της Θράκης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για όλα αυτά τα ζητήματα η Τουρκία εμπράκτως φροντίζει να υπενθυμίζει τις θέσεις της. Οι καθημερινές πτήσεις μαχητικών αεροσκαφών ακόμη και πάνω από κατοικημένα ελληνικά νησιά χρησιμοποιούνται για να παραμένουν στην επικαιρότητα οι τούρκικες θέσεις και για να δημιουργείται η πίεση προς την Αθήνα για να διαπραγματευτεί ώστε να βρεθεί λύση.

Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς για ποιους λόγους οι ελληνικές κυβερνήσεις στο παρελθόν δυσκολεύονταν να αποδεχτούν την τούρκικη «προσφορά» για διάλογο. Η αποδοχή ενός διαλόγου θα υποχρέωνε την όποια ελληνική κυβέρνηση να συζητήσει για το αν έχουν δικαίωμα ή όχι να πετούν μαχητικά της Τουρκίας, για παράδειγμα, πάνω από το Αγαθονήσι.

Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο Γ. Παπανδρέου «βλέπει» στην προσφορά διαλόγου από τον Ερντογάν περισσότερες ευκαιρίες από τους δεδομένους κινδύνους. Για τον λόγο αυτόν στην επιστολή - απάντηση ο πρωθυπουργός εμφανίζεται πρόθυμος να επαναλάβει μια συζήτηση, την οποία άλλωστε είχε πραγματοποιήσει και ως υπουργός Εξωτερικών των κυβερνήσεων Σημίτη μεταξύ 1999 και 2004.

Στην απάντησή του ο Γ. Παπανδρέου, σύμφωνα με την εκτεταμένη περίληψη που δόθηκε στη δημοσιότητα, στην ουσία αρχίζει τον διάλογο με την παρουσίαση των ελληνικών θέσεων:

* Η τούρκικη απειλή πολέμου (casus belli) δεν συνάδει με την προσπάθεια εξεύρεσης λύσεων μέσω διαλόγου.

* Η τούρκικη πρακτική των υπερπτήσεων και των παραβιάσεων πολλαπλασιάζει τις δυσκολίες των διαπραγματεύσεων.

* Η πραγματοποίηση τούρκικων ερευνών στη μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα υπονομεύει τις όποιες συνομιλίες.

* Η ελληνική κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει πως η μουσουλμανική μειονότητα είναι ζήτημα ελληνοτουρκικού διαλόγου.

Κατά τα λοιπά, ο πρωθυπουργός στην επιστολή του συμφωνεί απολύτως με την ανάγκη έναρξης ενός ελληνοτουρκικού διαλόγου. Ο Γ. Παπανδρέου, μάλιστα, προτείνει και μια διαδικασία η οποία θα εξελιχθεί σε καθορισμένο εκ των προτέρων χρονοδιάγραμμα.

Η ελληνική κυβέρνηση, ειδικότερα, θεωρεί ότι οι επιτροπές εμπειρογνωμόνων των ΥΠΕΞ των δύο χωρών, που συνεδριάζουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα από το 1999, μπορούν εντός καθορισμένου από Αθήνα και Άγκυρα χρόνου να υποβάλουν τα συμπεράσματα της συζήτησής τους για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Στην περίπτωση που δεν υπάρξει σύμπτωση απόψεων το υλικό της συζήτησης μπορεί να υποβληθεί – συμφωνημένα από τις κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας – στο δικαστήριο της Χάγης, το οποίο θα γνωμοδοτήσει.

Με τον τρόπο αυτόν η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι, ακολουθώντας τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου περί ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, μπορεί να διευθετήσει το θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, το οποίο αναγνωρίζει ως το μόνο υπαρκτό ελληνοτουρκικό πρόβλημα. Αυτή η προσέγγιση, ωστόσο, κρύβει ένα σημαντικό και εξαιρετικά επικίνδυνο τμήμα της πραγματικότητας των ελληνοτουρκικών σχέσεων, έτσι όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από την κρίση των Ιμίων και έπειτα:

Προκειμένου να υπάρξει συμφωνία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας θα πρέπει προηγουμένως να διευκρινιστεί ποιο νησί, βράχος ή βραχονησίδα του Αιγαίου ανήκει σε ποιον.

Με πιο απλά λόγια, η διαπραγμάτευση για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας προϋποθέτει συζήτηση επί κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Για να το απλοποιήσουμε ακόμη περισσότερο, προϋποθέτει συμφωνία για να «βρούμε» σε ποια από τις δύο χώρες ανήκουν, για παράδειγμα, τα νησιά των Ιμίων...

Πάντως ο Τούρκος πρωθυπουργός, αφού διάβασε την επιστολή Παπανδρέου, εμφανίστηκε ικανοποιημένος που η... προσφορά του έγινε αποδεκτή. Γιατί όχι άλλωστε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου